Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον, Ιησούν τόν μόνον αναμάρτητον. Τόν σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνούμεν, και τήν αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν τήν του Χριστού αγίαν ανάστασιν· ιδού γαρ ήλθε διά του σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τόν Κύριον, υμνούμεν τήν ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν 

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Ο θάνατος του Θεού και η ανάσταση του ανθρώπου

Παν. Νέλλα, Κοινωνία
Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1974, σελ. 350- 363

Ο θάνατος του Θεου είναι ένα από τα κεντρικά θέματα όχι μόνο της σύγχρονης Δυτικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, αλλά και της ίδιας της Θεολογίας. Τα τελευταία χρόνια γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες σχετικές μ' αυτό, ανέβηκαν έργα στο θέατρο, γυρίσθηκαν ταινίες, το θέμα ξέφυγε από τα μελετητήρια των ειδικών και απασχολεί το ευρύτερο κοινό. Το άρθρο τούτο έχει σκοπό να δώση, στην αρχή, μια γενική ενημέρωση και μια ερμηνεία για το φαινόμενο, και να προσπαθήση στη συνέχεια, αφού το τοποθετήση με βάση τα ορθόδοξα κριτήρια, να σκιαγράφηση τη συμβολή, που θα μπορούσε να προαναφέρη η Ορθοδοξία συμμετέχοντας στη σχετική συζήτηση.

Στο χώρο της φιλοσοφίας το θέμα αρχίζει με το Νίτσε, για τον οποίο, όπως είναι γνωστό ο θάνατος του Θεού αποκαλύπτεται και ταυτόχρονα είναι ταυτόσημος. Με την ανατροπή όλων των αξιών, ολόκληρης της υπεραισθητής περιοχής, σύμπαντος του κόσμου των ιδεών και των ιδανικών. Μοναδική και υψίστη αξία μένει για το Νίτσε ο άνθρωπος, ο «υπεράνθρωπος»: Πού είναι ο Θεός; γράφει ήδη στα 1882. Θα σας το πω εγώ. Τον σκοτώσαμε. Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του... ο Θεός είναι νεκρός... ο Θεός θα μείνη νεκρός. Τι άλλο είναι οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;».

Ο Νίτσε στην εποχή του αναγκάζεται να βάλη τα λόγια αυτά στο στόμα ενός τρελλού ανθρώπου. Αλλά ο Σάρτρ επαναλαμβάνει με πλήρη άνεση το ίδιο κήρυγμα κατά την έναρξη του Β' παγκόσμιου πολέμου, μιλώντας σε μια δημόσια συγκέντρωση στη Γενεύη: «Κύριοι, ο Θεός πέθανε. Σας αναγγέλλω, κύριοι, το θάνατο του Θεού».

Το τι σημαίνει για την άθεη υπαρξιακή φιλοσοφία ο θάνατος του Θεού μας το αποκαλύπτει με ενάργεια η αντίστοιχη λογοτεχνία. Αφού δεν υπάρχει θεός, άρα δέν υπάρχει παρά η βιολογική ζωή. Με διονυσιακή αγαλλίαση ο Καμύ υμνεί στα πρώτα του έργα το μεγαλείο και τη χαρά αυτής της ζωής· την ομορφιά που κλείνει μέσα της μια ζεστή μέρα στην ακροθαλασιά, μια χειμωνιάτικη νύχτα, που η οικογένεια είναι μαζεμένη γύρω στη φωτιά. Αλλά η βιολογική ζωή είναι η «εν φθορά» ζωή και ο ίδιος ο Καμύ, όσο προχωρεί , ανακαλύπτει μέσα στη ζωή το σαράκι αυτό της φθοράς, που κλέβει τη χαρά, που απομυζά την ουσία και αφίνει ανούσια και ανόητη τη ζωή, που δημιουργεί μέσα στον άνθρωπο την αίσθηση του χάους και του κενού, πράγμα που τόσο έντονα περιγράφεται στον «Ξένο», και που ο Σάρτρ με τόση επιτυχία, ονομάζει στο ομώνυμο έργο του «Ναυτία».

Ο υπαρξιστής άνθρωπος νοιώθει το θάνατο όχι σαν κάτι μακρυνό, κάτι που τον περιμένει στο τέλος της ζωής του, αλλά σαν κάτι που βρίσκεται μέσα του. Η δαμόκλεια σπάθη του θανάτου κρέμεται αδιάκοπα πάνω του και μέσα του, ακρωτηριάζει τα όνειρά του, κόβει στη μέση τις πιο ευγενικές προσπάθειες του, περιορίζει ασφυκτικά τα όρια της ύπαρξής του, είναι, όπως λέει ο Καμύ, ένας Σίσυφος, που αγωνίζεται να ανεβάση ως την κορυφή του βουνού την πολύτιμη πέτρα της ζωής του και, μόλις κοντεύη να φτάση στο τέρμα, η πέτρα του φεύγει και κατρακυλάει πάλι στο βυθό. Αισθάνεται εγκαταλειμμένος και έρημος. Καταδικασμένος να βλέπη, καταλαβαίνει και συνειδητοποιεί ότι ζη το παράλογο. Ο Η eidegger ομολογεί ότι βρίσκεται, χωρίς να το επιδιώξη, ριγμένος και εγκαταλειμμένος σ'ένα καντόνι του σύμπαντος, υποχρεωμένος να ζη.

Με τη γεύση αυτή του κενου στην ψυχή, ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται μπροστά στο καθιερωμένο από αιώνες κήρυγμα του μεταγενέστερου δυτικού Χριστιανισμού, που προσφέρει σαν λύση στην ταλαιπωρία της επίγειας ζωής την υπόσχεση για τη μακαριότητα της μετά θάνατο ζωής, που θεωρεί αυτή εδώ τη ζωή σχεδόν αποκλειστικά σαν τον χώρο, στον οποίο με τα έργα (Ρωμαιοκαθολικοί) ή την πίστη (Προτεστάντες) , γίνεται ή δε γίνεται κανείς άξιος να κληρονομήση την αιωνιότητα.

Μπροστά όμως στην άποψη αυτή, που διακρίνει υπερβολικά το χρόνο από την αιωνιότητα, τη γήϊνη από την ουράνια ζωή, και σχετικοποιεί απελπιστικά τη σημασία της πρώτης, ο σύγχρονος άνθρωπος στέκεται με αποτροπιασμό. «Αν υπάρχη μια αμαρτία κατά της ζωής, γράφει ο Καμύ, δεν είναι τόσο το να απελπιστούμε, από αυτή, όσο το να ελπίσουμε σε μιαν άλλη ζωή, το να αφήσουμε να ξεκλέψη την αγάπη μας για τη συγκεκριμένη ζωή το ανελέητο μεγαλείο μιας δήθεν αιώνιας ζωής. Και στο όνομα της καθημερινής, χειροπιαστής ζωής, ο Καμύ αρνείται να πιστέψη σε μιαν άλλη, ωραία έστω και αιώνια, άλλα πάντως άλλη ζωή.

Ο Σάρτρ είναι στο σημείο αυτό περισσότερο απόλυτος. Η πίστη σε μια άλλη ζωή, λέει, είναι ακριβώς εκείνη που φέρνει το θάνατο σ' αυτή εδώ και ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Και, προωθώντας την αμφισβήτηση του ως τον ίδιο το Θεό, υποστηρίζει ότι ο ένας Θεός, που δεν παίρνει στα σοβαρά αυτή εδώ τη ζωήν του ανθρώπου, που δεν ενδιαφέρεται για τα συγκεκριμένα ιστορικά προβλήματα του, αλλά που υποβιβάζει τον ανθρώπινο βίο σε μια περίοδο εξιλασμού και ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, μπορεί βέβαια να είναι δίκαιος, αλλά δεν είναι ασφαλώς φιλάνθρωπος Θεός. Είναι ένας πατέρας εγωιστής και σαδιστής, που αρέσκεται να βλέπη το τέκνο του να βασανίζεται και να εκλιπαρή για να έχη ο ί διος τη χαρά να του προσφέρη, όποτε αυτός θελήση, τη σωτηρία. Αλλά μια τέτοια σωτηρία, είναι για το σύγχρονο, ενήλικο όπως αυτοχαρακτηρίζεται άνθρωπο, απαράδεκτη και ένας τέτοιος πατέρας είναι άχρηστος. Είναι προτιμότερο, κατά την άποψη αυτή, για το παιδί, να κόψη κάθε σχέση με τον Πατέρα και να προσπαθήση να σωθή μόνο του. Γι' αυτό και ο Σάρτρ, που δεν έχει γνωρίσει τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, για τη θεανθρώπινη συνεργία, σύμφωνα με την οποία η πίστη δεν καταπιέζει, αλλά αναπτύσσει και ολοκληρώνει τον άνθρωπο, τονίζει κατηγορηματικά ότι η πίστη στο δίκαιο αλλά σαδιστή θεό υποβιβάζει, εξευτελίζει και ψευτίζει τον άνθρωπο.

Συνέπεια λογική της τοποθέτησης αυτής είναι ότι για να υπάρξη ελεύθερος και γνήσιος ο άνθρωπος πρέπει να μην υπάρχη ο Θεό ς. Στο φοβερό έργο του που έχει τον ειρωνικό τίτλο: «Ο διάβολος και ο θεούλης» ο κεντρικός ήρωας, μετά από μια εναγώνια αναζήτηση της ευτυχίας κοντά στο διάβολο και κοντά στο θεά παρουσιάζεται να συμπεραίνη: «Εγώ υπάρχω... μόνος εγώ. Ικέτευα όλον αυτό τον καιρό για ένα σημείο, αλλά δεν πήρα καμμιά απάντηση. Ο Ουρανός αγνοεί ακόμα και το όνομά μου. Διερωτόμουνα κάθε στιγμή τι μπορούσα να είμαι εγώ στα μάτια του Θεού. Τώρα το ξέρω: Τίποτε. Ο Θεός δεν με βλέπει· ο Θεός δεν με ακούει. ο Θεός δεν με ξέρει. Βλέπεις αυτό το κενό πάνω από τα κεφάλια μας; είναι ο Θ εός. Αυτά το φάγωμα στην πόρτα; είναι ο Θεός. Αυτή την τρύπα στη γη; είναι ο Θεός. Η σιωπή είναι ο θεός. Η απουσία, είναι ο Θεός. Η μοναξιά των ανθρώπων, αυτό είναι Θεός. Όλον αυτό τον καιρό δεν υπήρχα παρά εγώ. Εγώ αποφάσισα το κακό. Εγώ μόνος μου βρήκα το καλό. Εγώ αμάρτησα. Εγώ έκανα τις καλωσύνες που έκανα. Εγώ σήμερα κατηγορώ τον εαυτό μου και εγώ μόνος μου μπορώ να τον συγχωρήσω. Εγώ ο άνθρωπος. Αν ο Θεός υπάρχη, ο άνθρωπος είναι μηδέν. Αλλά δεν υπάρχει Θεός. Χαρά. Δάκρυα, χαράς. Αλληλούια. Δεν υπάρχει Θεός». Και βλέποντας τη Χίλντα, μια γυναίκα, που πιο πριν δεν τολμούσε ούτε ν' ατενίση για το φόβο της αμαρτίας, να μπαίνη στη σκηνή, την πιάνει από τα χέρια φωνάζοντας της: «Ο Θεός πέθανε. Δεν έχουμε πλέον μάρτυρα. Μόνος μπορώ να βλέπω τα μαλλιά και το μέτωπό σου. Ω! πως είσαι μπροστά μου αληθινή, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ο Θεός. Επί τέλους είμαστε μόνοι».

Τα κείμενα αυτά δείχνουν με σαφήνεια πως το μεγαλύτερο τμήμα της σύγχρονης υπαρξιακής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας προσπαθεί να καταξίωση τον άνθρωπο ανεξάρτητα ή και ενάντια στο Θεό, πράγμα που οφείλεται, όπως είδαμε, στη λαθεμένη αντίληψη ότι ο Θεός δεν ενδιαφέρεται και δεν αγαπά, αλλά τιμωρεί και εξουθενώνει τον άνθρωπο. Και δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός οτι τα κείμενα αυτά είναι ακριβώς εκείνα, που έθρεψαν τη νέα ευρωπαϊκή γενιά. Στην Αμερική πάλι, η ίδια αντίδραση κατά του Θεού των σημερινών χριστιανών και της σύγχρονης συμβατικής θρησκευτικής ζωής παρουσιάστηκε κατά τρόπο πολύ πιο, θα λέγαμε, βιολογικό, με τη νεολαία των Χίππις, που φωνάζει: «Κύριοι, ο Θεός για τον οποίο μας μιλάτε δεν ζη. Και η ίδια η ζωή σας είναι νεκρή. Ένας Θεός που δεν αγγίζει την ύπαρξη μας, που δεν έχει σχέση με το σώμα μας, μας, είναι άχρηστος. Εμείς θα μπορούσαμε να παραδεχθούμε τον Ιησού, που μίλησε για την αγάπη. Ο δικός σας Θεός είναι απλώς χρήσιμος, γιατί σας συμβουλεύει. Τον χρησιμοποιείτε όπου θέλετε. Όπως εμείς χρησιμοποιούμε τη Μαριχουάνα. Αν υπάρχη ο Θεός ας ερθη να μας βρη εδώ που είμαστε. Αλλοιώς δεν υπάρχει Θεός».

Η πρόκληση αυτή του σύγχρονου άνθρωπου έφερε, όπως ήταν φυσικό, αναστάτωση στην Καθολική και Προτεσταντική Εκκλησία. Και η δυτική Θεολογία προσπάθησε να απάντηση. Το ελπιδιφόρο όμως κίνημα μερικών Γάλλων κυρίως θεολόγων να ξαναγυρίσουν στις πηγές και, τοποθετώντας στο κέντρο των θεολογικών τους αναζητήσεων την έννοια της Ιεράς Ιστορίας, να δημιουργήσουν μια βιολογική, λειτουργική και πατερική ανανέωση βάθους, δεν μπόρεσε να επιβληθή. Η κίνηση αυτή φαίνεται ότι μάλλον ξεπεράστηκε από τους μοντερνιστές, που, παρασυρμένοι από τα σύγχρονα ρεύματα, προσκολλήθηκαν στην επιφάνεια και δημιούργησαν, αντίστοιχη προς τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, τη λεγόμενη «θεολογία του θανάτου του Θεού».

Δύο είναι οι δασικές κατευθύνσεις της σχολής αυτής· πρώτη η γραμμή του Μπούλτμαν ο οποίος , επηρεασμένος βασικά από τον Χαϊντέγγερ βλέπει την ουσία του Χριστιανισμού στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, σχέση η οποία και φέρνει ή, καλύτερα, η οποία είναι η σωτηρία. Η ιστορική διάσταση του Χριστιανισμού έρχεται, στην τοποθέτηση αυτή, σε εντελώς δεύτερη μοίρα, ο ιστορικός Ίησους, η ζωή, τα θαύματα, η ίδια η Ανάσταση του Χρίστου είναι ο μύθος, μια δηλαδή από τις πολλές εκφράσεις που να μπορούν να περιβάλουν την ουσία, και αφού σήμερα η έκφραση, η γλώσσα του κόσμου, ο πολιτισμός, έχει αλλάξει, είναι ανάγκη να αλλάξη και η έκφραση της ουσίας του Χριστιανισμού. Πρόκειται για την περίφημη θεωρία της «απομυθεύσεως».

Τις ακραίες συνέπειες της γραμμής αυτής αποκαλύπτει και υποστηρίζει η δεύτερη κατεύθυνση, σύμφωνα με την οποία για να μπόρεση η Εκκλησία να προσέγγιση τον εκκοσμικευμένο άνθρωπο της σημερινής εποχής, είναι ανάγκη να θέση μερικά θεμελιώδη ερωτήματα πάνω στην έννοια του Θεού, να φθάση να διερωτηθή σοβαρά για την πραγματικότητα των μυστηρίων και της Εκκλησίας, να αντιμετώπιση το θεμελιακό ερώτημα, μήπως ο Θεός δεν βρίσκεται πλέον στις σκέψεις και τις περιγραφές που δίνει το Ευαγγέλιο, και στις ιδέες «δόγματα» της Εκκλησίας, αλλά στην πραγματικότητα του κόσμου, μήπως δηλαδή το παραμικρότερο μυστήριο σήμερα, το αληθινό έργο του λαού, η σύγχρονη Χριστιανική λειτουργία (λεοῦ ἔργον ) πρέπει να είναι όχι η θεία Ευχαριστία, αλλά η προς τον πλησίον αγάπη, η πολιτική και ο συνδικαλισμός. Γύρω από αυτή την προβληματική γράφτηκαν βιβλία με τους χαρακτηριστικούς τίτλους «Θεός χωρίς Θεό», «Το Ευαγγέλιο του άθεου Χριστιανισμού», «Η νέα ουσία του Χριστιανισμού», «Ο θάνατος του Θεού και ο πολιτισμός της μεταχριστιανικής εποχής» κ.α.

II

Μπρος στο πολύπλευρο και πολυσήμαντο αυτό φαινόμενο του «θανάτου του Θεού» ποια μπορεί άραγε να είναι η στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ανατολής; Όπως σε κάθε θέμα δεν μπορεί παρά να είναι και εδώ ταυτόχρονα κριτική και οικοδομητική.

Προσπαθώντας να ερμηνεύση ο ορθόδοξος μελετητής το φαινόμενο του άθεου ουμανισμού, διαπιστώνει ότι πρόκειται στην ουσία το αμάρτημα του Αδάμ και ότι το prossesus του σύγχρονου α θεϊσμού επαναλαμβάνει, όπως αποκαλύπτουν τα ίδια τα κείμενα του, στις κεντρικές γραμμές τη διαδικασία της πτώσεως.

Η Αγία Γραφή διδάσκει πράγματι ότι ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και του έδωσε τον προορισμό να ενωθή μαζί Του. Ο σκοπός του ανθρώπου ήταν να υψωθή σε θεάνθρωπο. Για να γίνη αυτό έπρεπε ο Αδάμ, να προσανατολισθή σωστά, να τοποθετηθή θετικά μπροστά, στο Θεό και να βαδίση το δρόμο που ωδηγουσε σ' Αυτόν. Αλλά ο διάβολος κατώρθωσε να πείση ότι ο Θεός τον ζηλεύει και θέλει να τον κρατά δούλο του και έτσι τον κίνησε σε ανταρσία, τον παρέσυρε σ' ένα άλλο δρόμο, που θα τον ωδηγούσε δήθεν αμέσως και θα τον έκανε το ίδιο και κατά τ ρόπο αυτόνομο Θεό. Ο δρόμος ό μως αυτός ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος και έτσι η αλλαγή πορείας του Αδάμ δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ένας εκτροχιασμός, μια συντριβή στο κενό. Μακρυά από το χώρο στον οποίο ακούγεται ο ζωηφόρος Λόγος του Θεού, στη χώρα της ανυπακοής, ο άνθρωπος βρέθηκε πλέον και μακριά από την αληθινή ζωή. Έχασε την «πνοή της ζωής», που του έδωσε κατά τη δημιουργία ο Θεός. Ξανάγινε πάλι «χοῦς ἀπό τῆς γῆς», ξέπεσε στην απλή βιολογική, την «ἐν φθορᾷ» ζωή, που είναι ο θάνατος. Ο ζόφος και το σκοτάδι, η κυριαρχία των ενστίκτων, το άγχος της αυτοσυντηρήσεως κάνει στο εξής, μακριά από το Θεό, τον άνθρωπο αποκρουστικό και εχθρό τον ένα για τον άλλο. Ο Κάϊν σκοτώνει τον ’βελ και ο ανθρωπιστής Σάρτρ ανακαλύπτει με φρίκη ότι «οι άλλοι είναι η κόλαση του.».

Η απαγγελία του αυτόνομου ανθρωπισμού αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό πως είναι η διαβολική πρόκληση, που κάνει τον άνθρωπο να εξορίση από τον κόσμο του το Θεό: «θέλω ανθ ρώπους παντού, γύρω μου, πάνω μου, ανθρώπους που να μού κρύβουν τον ουρανό» (Σάρτρ). Το διώξιμο όμως του Θεού αφίνει αναπόφευκτα στον κόσμο ένα φρικαλέο κενό: «Σκότωσα το Θεό, γιατί με χώριζε από τους ανθρώπους, αλλά να που ο θάνατός του κάνει τελεσίδικο το χωρισμό» (Σάρτρ).

Η φιλάνθρωπη διάθεση του γιατρού της «Πανούκλας» Καμύ, παραχωρεί έτσι γρήγορα τη θέση της στον αδιάφορο για όλους και όλα «Ξένο». Η περιγραφή του μακάβριου κενού του θανάτου ολοκληρώνεται στο «Νεκροί χωρίς τάφο». Ενώ η αποσύνθεση της ζωής αποκαλύπτεται σ' όλη της την τραγικότητα σε έργα σαν τον «Τείχο» και το «Περιμένοντας τον Γκοντό».

«Τι μέρα είναι σήμερα; ρωτάει ο ένας αλήτης στο έργο αυτό.

- Πέμπτη.

- Πέμπτη είπε ότι θάρθη.

- Κι' αν σήμερα είναι Παρασκευή;

- Μπορεί νάναι και Τρίτη.

- Τι λες, ξαναρχόμαστε αύριο;

- Ναι, αλλά να φέρουμε και το σχοινί.

- Κι' αν δεν έρθη;

- Θα κρεμασθούμε.

-Αν ερθή;

- Θα σωθούμε». Και σε λίγο:

- «Είμαστε ανεξάντλητοι», λέει ο ένας.-«Για να μη σκεφτόσαστε», αποκρίνεται ο άλλος. «Όλο και βρίσκουμε κάτι που μας δίνει την εντύπωση πως υπάρχουμε»! «Υπάρχουμε, πάλι υπάρχουμε, αυτή η προαιώνια δυστυχία»!... «Και όλο λένε να φύγουν, σημειώνει ο κριτικός, και όλο κάθονται εκεί στο άδειο μέρος. ’λλωστε και να φύγουν και που μένουν δεν έχει νόημα. Είναι το ίδιο. Γιατί τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξη. Κι' αλλού δεν υπάρχει παρά ο ακίνητος θάνατος, κι' εδώ δεν υπάρχει παρά η θανάσιμη ακινησία».

Έτσι γίνεται φανερό ότι στην προσπάθεια τους, να σκοτώσουν τον Θεό, ο Αδάμ και οι σύγχρονοι αθεϊστές δεν κατορθώνουν παρά να σκοτώσουν τον άνθρωπο. Απομακρύνοντας από την κοινωνία τους το Θεό, χάνουν το κέντρο της ζωής τους, μένουν ανέστιοι, έρημοι και νεκροί. Τα ίδια τα κείμενα τους, ενώ μιλάνε για το θάνατο του Θεού δεν αποδεικνύουν στην πραγματικότητα παρά το θάνατο του ανθρώπου. Φαίνεται πως το ερώτημα «να ζη κανείς ή να μη ζη» βρήκε απάντηση στην εποχή μας: Να ζη κανείς και να μη ζη.

Σε ό,τι αφορά τώρα την προσπάθεια της δυτικής θεολογίας να λύση το οξύ περί Θεού πρόβλημα, ο ορθόδοξος μελητητής βρίσκεται στην ανάγκη να ομολογήση με ειλικρίνεια πόσο συμπαθής του είναι η προσπάθεια αυτή, αλλά και πόσο ανεπιτυχής και επικίνδυνη αποκαλύπτεται, στο φως της ορθόδοξης παράδοσης η λύση που δίνεται.

Το να μιλήση πράγματι ο θεολόγος τη γλώσσα της εποχής του είναι καθήκον πρωταρχικό. Η μεταγλώττιση του κηρύγματος είναι δικαίωμα αναφαίρετο που το χάρισε με τον Παύλο ο Χριστός στην κάθε εποχή και που το επιβεβαίωσε η πράξη των Πατέρων του Δ' και του ΙΔ' αιώνα. Αλλά και η πιστότης στην ιστορικότητα του Χρίστου, στο γεγονός δηλαδή ότι ο Λόγος του Θεου έγινε αληθινά και πραγματικά άνθρωπος τον καιρό του Καίσαρος Αυγούστου και ότι σταυρώθηκε, πέθανε και αναστήθηκε και, μολονότι αναλήφθηκε, συνεχίζει να βρίσκεται αληθινά και πραγματικά, ιστορικά, με τα μυστήρια μέσα στην Εκκλησία, η οποία αποτελεί στους αιώνες το ιστορικό σώμα του, αποτελεί τον πυρήνα του χριστιανισμού. Και αυτόν τον πυρήνα κινδυνεύουν να αρνηθούν οι δυτικοί θεολόγοι της σχολής του θανάτου του Θεού. Στην καλοπροαίρετη και ευγενική προσπάθεια τους να προσεγγίσουν τον άθρησκο σημερινό άνθρωπο, αντί να κατέβουν στην ουσία και να προσφέρουν στον άνθρωπο τον αληθινό Θεό, βγαίνουν στην επιφάνεια, εγκαταλείπουν διαδοχικά και οι ίδιοι τη θρησκεία, την Εκκλησία, το Χριστό, φθάνουν σ' ένα Θεό χωρίς Χριστό, σ' ένα Θεό άσαρκο, σε μια ιδέα, που μπορεί βέβαια να είναι ένας κάποιος φιλοσοφικός θεός, αλλά δεν είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός που σώζει. Έτσι η θεολογία αυτή μπορεί να είναι επίκαιρη, αλλά δεν είναι κήρυγμα σωτηρίας και, παρόλη τη συμπάθεια που μπορή να τρέφη ένας ορθόδοξος για τις προθέσεις της, δεν μπορεί παρά να τονίση οτι, αν τελικά επικρατήση στη Δύση, θα σημάνη αναπόφευκτα το ιστορικό τέλος του δυτικού χριστιανισμού.

Εκτός όμως από αυτό το βασικό κίνδυνο πρέπει να τονισθή πως η θεολογία της σχολής αυτής είναι ανίκανη να συζήτηση στην ουσία με τον αθεϊσμό. Και τούτο , επειδή η λύση την οποία προσφέρει είναι επιφανειακή και θεωρητική, δεν εγγίζει την ουσία των πραγμάτων και δεν αίρει ούτε στο παραμικρό τις ουσιώδεις περί Θεού και ανθρώπου παρεξηγήσεις, που ωδήγησαν στην κατά του Θεού επανάσταση του ουμανισμού.

Το σύγχρονο υπαρξιακό κίνημα ζητάει κατά τρόπο επίμονο και απόλυτο ένα αξιοπρεπές νόημα για τη ζωή και ένα αξιοπρεπή προορισμό για τον άνθρωπο. Αλλά η θεολογία του θανάτου του Θεού, αντί να ανεβάζη τον άνθρωπο, εκκοσμικεύει το Θεό και έτσι αναπόφευκτα υποβιβάζει ακόμα περισσότερο τον άνθρωπο. Στον φαύλο κύκλο που δημιουργείται η κίνηση είναι φυγόκεντρη και απομακρύνει όλο και περισσότερο τη δυτική σκέψη, φιλοσοφική και θεολογική, από την πραγματικότητα της σωτηρίας, που είναι η ιστορική ανασυγκρότηση και ανάσταση του ανθρώπου, δηλαδή η νοηματοποιήση , ενοποίηση και αθανατοποίηση της μιας και μοναδικής επίγειας μαζί και ουράνιας ζωής του.

Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η κεντρική αδυναμία της δυτικής σκέψης, δηλαδή ο χωρισμός και η αντίθεση ανάμεσα στο ιστορικό και το υπερβατικό, το επίγειο και το ουράνιο, το χρονικό και το αιώνιο. Όσα είπαμε ως εδώ έδειξαν, οτι η μεταγενέστερη δυτική θεολογία υποτίμησε το ιστορικό για χάρη του υπερβατικού, ότι ο ουμανισμός, φθάνοντας στο άλλο άκρο, απέρριψε το υπερβατικό για να διάσωση το ιστορικό, και ότι η μοντέρνα δυτική θεολογία, για να πλησίαση τον ουμανισμό, κηρύττει ένα νέο σχεδόν εξ ολοκλήρου εκκοσμικευμένο θεό. Αλλά έτσι η απομάκρυνση είναι μεγάλη και η ανάγκη για την παρέμβαση της Ορθοδοξίας αποκαλύπτεται άμεση.

III

Ποια όμως θα μπορούσε να είναι η συμβολή της Ορθοδοξίας στη λύση του προβλήματος αυτού; Τα όρια ενός άρθρου δεν επιτρέπουν να δοθή στο ερώτημα πλήρης και διεξοδική απάντηση. Μετά την παρουσίαση και την ερμηνεία του φαινομένου, εκείνο που μπορεί να γίνη στη συνέχεια είναι να προσδιορίσουμε μια νέα κατεύθυνση λύσεως, μια νέα προοπτική, μέσα στην οποία, το πρόβλημα μπορεί να κατανοηθή πληρέστερα και να λυθή ανετώτερα, να υπογραμμίσουμε δηλαδή μερικές βασικές και αναγκαίες για τη λύση του προβλήματος προϋποθέσεις.

Η νέα αυτή προοπτική, που προτείνει η Όρθοδοξία, μπορεί από την αρχή να χαρακτηρισθή όχι σαν κλασματική και αποσπασματική, αλλά σαν συνθετική και καθολική. Στην προοπτική αυτή τα πράγματα αντί να χωρίζωνται ή να αντιδιαστέλλωνται, αλληλοσυμπληρώνονται και ενώνονται. Αυτό φαίνεται καθαρά και στα τρία αντιθετικά ζεύγη, αιωνιότης ή χρόνος, μέλλουσα ή παρούσα ζωή, Θεός ή άνθρωπος, που όπως είδαμε βρίσκονται στη ρίζα του προβλήματος του θανάτου του Θεού και ταλαιπωρούν τις τελευταίες δεκαετίες τη Δύση. Για τη Δύση η ταλαιπωρία αυτή είναι φυσική και αναπόφευκτη, γιατί από τη στιγμή που οι πραγματικότητες, που αποτελούν τα παραπάνω ζεύγη χωρισθούν και τοποθετηθούν μπροστά στον άνθρωπο αντιθετικά, χάνουν την αυθεντικότητα τους, μετατρέπονται σε δυο φοβερές χοάνες, έτσι ώστε σε οποιαδήποτε κι αν προτιμήση να πέση ο άνθρωπος καταποντίζεται.

Ενώ στην ορθόδοξη προοπτική οι πραγματικότητες αυτές συνυπάρχουν, η μια προσδιορίζει την άλλη και ταυτόχρονα ολοκληρώνεται από την άλλη.

Ο χρόνος προσδιορίζει, μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, κάνει συγκεκριμένη και αποκαλύπτει την αιωνιότητα, ενώ η αιωνιότης ολοκληρώνει το χρόνο, αποτελεί το τέλος του, δηλαδή το σκοπό και το περιεχόμενο του.

Η σχέση αυτή αποκαλύπτεται πολύ πιο στενή στο δεύτερο ζεύγος, σε ό,τι δηλαδή αφορά τη μέλλουσα και την παρούσα ζωή του ανθρώπου. Για την Ορθοδοξία η ζωή του ανθρώπου είναι μία και ενιαία, είναι η ζωή ενός και του αυτού προσώπου, το οποίο αρχίζει να υπάρχη εδώ και συνεχίζει να υπάρχη χωρίς καμιά διακοπή στον ουρανό. Έτσι η μέλλουσα ζωή δεν συνθλίβει ούτε σχετικοποιεί την παρούσα, αλλά αντίθετα, της δίνει νόημα και συνέχεια, αφού ό,τι κάνουμε σ' αυτή τη ζωή δεν είναι τυχαίο και αποσπασματικό, αλλά είναι κάτι που προορίζεται να μείνη και στην άλλη. Αυτή είναι και η άποψη της Αγίας Γραφής, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν είναι μια ψυχή φυλακισμένη σ' ένα σώμα, δηλαδή μια ψυχή που θα αρχίση να ζη, όταν ελευθερωθή από το σώμα, αλλά ένα πρόσωπο, που αρχίζει να ζη μια χρονική στιγμή και καλείται να μη πεθάνη, αλλά να ζήση αιώνια. Ψυχή, όπως είναι γνωστό σημαίνει στη γλώσσα της Αγίας Γραφής, ζωή, και το «τί ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδίσῃ τήν δε εὐχήν αὐτοῦ ζημιωθῇ» σημαίνει ακριβώς «τι θα ωφεληθή ένας άνθρωπος αν κερδίση όλο τον κόσμο και χάση τη ζωή του;» ή «τι αντάλλαγμα μπορεί να δώση κανείς σ' έναν άνθρωπο για να πάρη τη ζωή του;» Έτσι η αντίδραση του Καμύ στο να δεχθή τη μέλλουσα ζωή, που είδαμε οτι οφείλεται στο γεγονός πως δεν βλέπει να υπάρχη καμιά σχέση ανάμεσα σ' αυτή και σε τούτη εδώ τη ζωή, γίνεται φανερό ότι στην προοπτική αυτή αίρεται. Είναι μάλιστα από την άποψη αυτή χαρακτηριστική η αναφώνηση του όταν διάβασε το βιβλίο· του Λόσσκυ «Η μυστική θεολογία της Εκκλησίας της Ανατολής»: «Επί τέλους τώρα μπορούμε να συζητήσουμε με τον Χριστιανισμό».

Η αποτελεσματικότητα της καθολικής αυτής ορθόδοξης προοπτικής γίνεται φανερώτερη στην άρση του τρίτου αντιθετικού ζεύγους, στην κατάσταση της αντιδικίας ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Η σχετική διδασκαλία των ορθοδόξων Πατέρων της Ανατολής θεωρεί τον άνθρωπο ως τη «δόξα», δηλαδή την φανέρωση και την εικόνα του Θεού, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι για την ορθοδοξία αληθινά και πραγματικά, η εν χρόνω αποκάλυψη του Θεού, αλλά ταυτόχρονα και ότι ο άνθρωπος δεν βρίσκει την ολοκλήρωση και πληρότητα του παρά μόνο στο Θεό. Το ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο «κατ' εικόνα Του» σημαίνει για τους ορθόδοξους Πατέρες ότι τον έπλασε με τον προορισμό να ενωθή μαζί Του. Ο άνθρωπος, λέει ο Μ. Βασίλειος, είναι «Θεός κεκελευσμένος». Τείνει προς το Θεό, καλείται να υψωθή ως το Θεό, να γίνη Θεάνθρωπος. «Καί γάρ διά τόν καινόν ἄνθρωπον (τον Θεάνθρωπο), γράφει ο Νικόλαος Καβάσιλας, συζητώντας τον ΙΔ' αιώνα με τους ανθρωπιστές, «ἀνθρώπου φύσις συνέστη τό ἐξ ἀρχῆς· καί νοῦς καί ἐπιθυμία πρός Ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καί λογισμόν ἐλάβομεν, ἵνα τόν Χριστόν γινώσκωμεν· ἐπιθυμίαν, ἵνα πρός Ἐκεῖνον τρέχωμεν· μνήμην ἔσχομεν ἵν' Ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεί καί δημιουργημένους Αὐτός ἀρχέτυπον ἦν.». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κατά τον ίδιο Πατέρα, ο Θεάνθρωπος είναι το ύψιστο «κατάλυμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων», το έσχατο και το ακρότατο των εφετών. Έτσι ο Θεάνθρωπος, που, αντί να χωρίζη, ενώνει πλέον υποστατικά, ασύγχυτα, και αδιαίρετα, το Θεό και τον άνθρωπο, είναι η καλύτερη αποκάλυψη και του ανθρώπου και του Θεού, το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρο του Ορθοδόξου Χριστιανισμού. Ο Θ εάνθρωπος Χριστός ολοκληρώνει τον άνθρωπο, αποκαλύπτει το Θεό, είναι η τελείωση της Ιστορίας. Γι' αυτό και αποτελεί το ύψιστο και έσχατο κριτήριο της Ορθοδοξίας.

Ο Θεός και άνθρωπος Χριστός είναι, πρώτα η αποκάλυψη της αληθινής φύσεως του ανθρώπου, γιατί είναι ο τελειότατος Υιός του ανθρώπου, το ύψιστο γέννημα της ανθρωπινής φύσεως, ο άνθρωπος εκείνος που αναδύεται, εμφανίζεται στην ιστορία, τη στιγμή που η ανθρώπινη φύση φθάνει στον έσχατο προορισμό της, που ενώνεται υποστατικά με τη θεία. Υπήρξαν πολλοί άθεοι μέσα στους αιώνες που υπεστήριζαν ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνη Θεός ανεξάρτητα από το Θεό. Αλλά η αίρεση ποτέ δεν είναι τόσο τολμηρή όσο η αλήθεια. Και κανένας ποτέ αιρετικός δεν έφθασε στην τόλμη των ορθόδοξων Πατέρων, οι οποίοι, ό πως τους ερμηνεύει με σαφήνεια απαράμιλλη στις Θεομητορικές ομιλίες του ο Καβάσιλας, τονίζουν ότι με τη χάρη του Θεού ο άνθρωπος όχι απλώς μπορεί να γίνη θεός, αλλά και να γέννηση μέσα στην ιστορία το Θεό. Για την Ορθοδοξία το μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης είναι ακριβώς το όχι· αξιώνεται να γίνη Θεοτόκος. Και αυτό το μεγαλείο αποκαλύπτει, διασφαλίζει και πιστοποιεί ο Μονογενής Υιός της Θεοτόκου.

Αλλά ο Θεός και άνθρωπος Χριστός αποκαλύπτει και την πραγματική φύση του Θεού, γιατί αποκαλύπτει την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και είναι γνωστόν όχι το ’γιο Πνεύμα βεβαιώνει με τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην ότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Πρόκειται για μια αγάπη που δεν είναι οίκτος ή ελεημοσύνη, αλλά πραγματική φιλία, βαθύς δηλαδή σεβασμός και εκτίμηση, φιλανθρωπία. Γιατί ο Θεός, παρόλο που μπορεί, δεν νικά ο ίδιος με τη δύναμη Του το θάνατο και το διάβολο, δεν χαρίζει συγκαταβατικά στον άνθρωπο τη σωτηρία, αλλά γίνεται αληθινός και πραγματικός άνθρωπος, έτσι ώστε ένας άνθρωπος να νικήση το θάνατο, για να μπορούν στη συνέχεια όλοι οι άνθρωποι να τον νικήσουν. Υπομένει ο Θεός, σαν άνθρωπος που ήταν, τους εμπτυσμούς και τους κολαφισμούς, για να καθαρισθή και να λάμψη, στο αρχέγονο κάλλος του ο άνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πιλάτος τη Μ. Παρασκευή, δείχνοντας τον ταπεινωμένο Θεό, αναφωνεί το αποκαλυπτικό: «Ἴδε ὁ ἄνθρωπος».

Ακόμα περισσότερο, ο Θεός συγκαταβαίνει, πεθαίνει αληθινά και πραγματικά σαν άνθρωπος πραγματικός που ήταν, και, αφού ήταν Θεός, ανασταίνεται. Και έτσι μέσα στο Χριστό ανασταίνεται ο άνθρωπος. «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν... τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ο σκοπός συνεπώς για τον οποίο πεθαίνει ο Θ εός, γίνεται έτσι φανερό, ότι είναι η ανάσταση του ανθρώπου. Και αυτό ακριβώς το σκοπό θέλει να κάνη φανερό και να πιστοποίηση ο Κύριος όταν λίγες μέρες πριν από το θάνατο Του περνάει από τη Βηθανία και ανασταίνει το Λάζαρο. «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ Σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός», τονίζει το Απολυτίκιο της εορτής.

Αλλά ήδη γίνεται φανερό πως η ορθόδοξη προοπτική, στην οποία προσπαθήσαμε να τοποθετήσουμε το θέμα μας, μας οδηγεί στον πυρήνα του προβλήματος , τον ιστορικά δηλαδή και πραγματικό θάνατο του Ιησού Χριστού. Και φθάνοντας στον πυρήνα βλέπουμε να ξεπηδάη μπροστά μας και η λύση. Γιατί η ίδια η φύση των πραγμάτων μας παρουσιάζει με σαφήνεια σαν ορθόδοξη απαίτηση στο κήρυγμα του θανάτου του Θεού το Ευαγγέλιο της αναστάσεως του ανθρώπου.Το σημείο αυτό είναι ένα από τα κεντρικά θέματα της χαρμόσυνης αγγελίας της σωτηρίας. Ακριβέστερα, είναι η ίδια η σωτηρία. «Εἰ γάρ νεκροί οὔκ ἐγείρονται», διακηρύττει ο Απ. Παύλος, «ματαία ἡ πίστις ἡμῶν». «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων». Και ο ιερός Χρυσόστομος καλεί τους ανθρώπους σε πανηγυρισμό: Κανείς πλέον ας μη θρηνή για αμαρτίες και πταίσματα· «συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτήρας θάνατος». Πλέον «ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι».

Από το ύψος αυτό της αληθινής και πραγματικής αναστάσεως του ανθρώπου ολόκληρη η προβληματική των φιλοσόφων και των θεολόγων του θανάτου του Θεού γίνεται φανερό πως βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα. Είδαμε πράγματι, ότι οι εκπρόσωποι της σχολής αυτής μιλούν όχι για τον ιστορικό θάνατο του Θεού, αλλά για το θάνατο μιας ιδέας περί του Θεού. Ο θάνατος του Θεού είναι γι' αυτούς ένα λεκτικό τέχνασμα, που χρησιμοποιείται για να καλύψη την όζουσα πραγματικότητα, που, όπως μας έδειξε η σύντομη μελέτη των κειμένων τους, είναι και γι' αυτούς τους ίδιους ο θάνατος του ανθρώπου. Αλλά το κήρυγμα της Ορθοδοξίας, που δεν είναι μια ιδεολογία ή μια φιλοσοφία, άλλα μια πραγματική ιστορία, είναι πραγματικός και ιστορικός θάνατος του Θεού, που φέρνει ακριβώς την πραγματική και ιστορική ανάσταση του ανθρώπου. «Ὁ δέ Ἰησοῦς... κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφήκε τό πνεῦμα. Καί ἰδού τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο, καί ἡ γή ἐσχίσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν καί τά μνημεῖα ἀνεώχθησαν καί πολλά σώματα, τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη· καί ἐξελθόντα ἐκ τῶν μνημείων εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγίαν πόλιν καί ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς».

Έτσι γίνεται φανερό πως η Ορθόδοξη θεολογία μπορεί να κηρύξη πολύ πιο πραγματικά από τους άθεους το θάνατο του Θεού. Την Μ. Παρασκευή στον Επιτάφιο οι ορθόδοξοι πιστοί γιορτάζουν αληθινά και πραγματικά αυτό το θάνατο. Αλλά, το θαύμα της Μ. Παρασκευής είναι ότι οι πιστοί κηδεύοντας το Θεό πανηγυρίζουν τη νέκρωση του θανάτου και την ανάσταση των νεκρών. «Τέτρωται Ἄδης ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχῃ τήν πλευράν· καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελωδούντων, Λυτρωτά, ὁ Θεός εὐλογητός εἶ». «Σύ γάρ τεθείς ἐν τάφῳ κραταιέ, ζωαρχική παλάμη τά τοῦ θανάτου κλείθρα διεσπάραξας καί ἐκήρυξας τοῖς ἀπ' αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σώτερ, γεγονώς νεκρῶν πρωτότοκος». Ο Χριστός λοιπόν πέθανε πραγματικά, αλλά πέθανε για να συνάντηση τον άνθρωπο εκεί που βρίσκεται, μέσα στη φθορά και το θάνατο, μέσα στην οδύνη και την απογοήτευση, μέσα στο ανόητο και το παράλογο, και να τον αναστήση.

Αν δεν πέθαινε η σάρκωση Του δεν θα ήταν πλήρης, θα ήταν φαινομενική. Αλλά πέθανε πραγματικά, γιατί πήρε στα σοβαρά τη θνητή κατάσταση σας. Γιατί έγινε σε όλα τα σημεία, εκτός από την αμαρτία, ό,τι είμαστε κι εμείς. Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό, εκτροχιάστηκε στο κενό και εξαφανίστηκε μέσα στην αμαρτία. Και ο Θεός κενώνεται μέσα στο χώρο της αμαρτίας, φοράει αναμάρτητα σαν σάρκα Του τη σάρκα της αμαρτίας και την αγιάζει. Χύνεται σαν μύρο στο βόρβορο της δυσωδίας και μετατρέπει τη δυσωδία σε ευωδία. Ζη την απλή καθημερινή ζωή του ανθρώπου και της δίνει νόημα, τη γεμίζει από την αιωνιότητα. Εργάζεται χειρωνακτικά για να φανέρωση ότι και η πιο μονότονη καθημερινή δουλειά έχει αιώνιο σκοπό και περιεχόμενο. Υποφέρει, θλίβεται, αγωνία για να μη μείνη κανένα τμήμα και καμιά μορφή της ανθρώπινης ζωής, που να μη την έχει ο ίδιος ζήσει. Και, ολοκληρώνοντας αυτή τη συμμετοχή στα ανθρώπινα, φθάνει ως το θάνατο. Γιατί θέλει να είναι κοντά, μας οπουδήποτε κι αν βρισκόμαστε. Έτσι, αν βρεθούμε στη χειρότερη απελπισία, πρέπει να ξέρουμε ό τι ο Χριστός, είναι δίπλα μας, γιατί έζησε την απελπισία. Αν βρεθούμε στην αγωνία, ο Χριστός είναι πάλι δίπλα μας, γιατί έζησε την αγωνία. Αν βρεθούμε σε εγκατάλειψη και μοναξιά, μπορούσε να ξέρουμε πως κανείς δεν υπήρξε περισσότερο μόνος από Αυτόν που ένοιωσε πάνω στο Σταυρό να τον εγκαταλείπη ο ίδιος ο Πατέρας Του. Όσο χαμηλά και να κατέβουμε, όσο και να ξεπέσουμε, ο Χριστός εέναι κάτω από μας, αφού βρίσκεται στον ’δη. Ακόμα κι αν πεθάνουμε, μέσα στο χάος του θανάτου μας περιμένει ο Χριστός.

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ο θάνατος του Θεού δεν είναι η απογοήτευση, αλλά η παρηγοριά και η ελπίδα των πιστών. «Ο Σταυρός Σου Κύριε, ζωή και ανάστασις υπάρχει τω λαώ σου». Και το κήρυγμα του θανάτου του Θεού αποδεικνύεται έτσι το καύχημα, η νίκη και η δόξα όχι των άπιστων, αλλά της Εκκλησίας. Ο θάνατος του Θεού είναι ταυτόσημος με την ανάσταση του Χριστού. Ο Θεός πέθανε, αλλά ο Χριστός ανέστη. Μια Κυριακή πρωί στην Ιερουσαλήμ επί Ποντίου Πιλάτου ανέστη αληθινά και πραγματικά ο Χριστός. Πράγμα που σημαίνει ότι ανέστη αληθινά και πραγματικά ο άνθρωπος. Γιατί ο Χριστός αναστάς, συνέτριψε τα δεσμά της φθοράς και ελευθέρωσε τον αυτοδεσμώτη άνθρωπο, νέκρωσε το κεντρί του θανάτου και χάρισε στον άνθρωπο τη ζωή. Γκρέμισε το μεσότειχο του φραγμού, «ἥνωσε τά τό πρίν διεστῶτα», έφερε στο θάνατο τη ζωή, στο χρόνο την αιωνιότητα, στη γη τον ουρανό, στον άνθρωπο το Θεό, «πάντα ἀναμίξ γέγονε».

Αφού όμως η ανάσταση αυτή του ανθρώπου είναι ανάσταση όχι μονάχα της ψυχής, μα και του σώματος του, είναι φυσικό να ακολουθήται και από την ανάσταση των έργων του ανθρώπου, του πολιτισμού, και μαζί και της κτίσης, που είναι η προέκταση του σώματος του ανθρώπου. Μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, το ’γιο Πνεύμα ξεχύνεται σε ολόκληρη την κτίση, το ψωμί και το κρασί μετατρέπονται σε Σώμα και σε Αίμα Χριστού. Σπάζουν οι περιορισμοί του τόπου και του χρόνου, αρχίζει ο καινούργιος λειτουργικός χρόνος και ο καινούργιος λειτουργικός χώρος, εγκαινιάζονται οι καιροί των εσχάτων.

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ἦ ἐστερέωται».

«Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ· ἡ γάρ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνέτειλε· χόρευε νῦν καί ἀγάλλου Σιών· σύ δέ ἁγνή τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου».

Το οτι πέθανε λοιπόν ο Θεός έγινε φανερό πως σημαίνει για την Ορθοδοξία ότι ανέστη ο άνθρωπος και κάθε τι που δημιουργεί ο άνθρωπος, ότι, σε τελευταία ανάλυση, έχει νόημα και ενδιαφέρον, ότι γίνεται ωραία και αθάνατη η ζωή.

Χριστός Ανέστη, αδελφοί!

* Την ομιλία οργάνωσε γιά το κοινό της πόλεως του Ηρακλείου Κρήτης το «Παγκρήτιο Εκπαιδευτήριο», το Πάσχα του 1972.



Αποστολική Διακονία

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Και συνανυψώ υμάς εις την άνω Ιερουσαλήμ...


Ἐρχόμενος ὁ Κύριος, πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος, τοῖς Ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ. Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ παραδοθήσεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθώς γέγραπται περὶ αὐτοῦ. Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι' αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ, καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ, οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, διὰ τὸ παθεῖν· ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρά μου, καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου, καὶ Θεὸν ὑμῶν, καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Ωσσανά και σταυρωθήτω





Περάσαμε και εφέτος, μέσα από το αγωνιστικό στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Διήλθαμε την ανακαινιστική οδό της μετανοίας. Κολυμβήσαμε στο πέλαγος της νηστείας. Την ψυχωφελή πληρώσαμε Τεσσαρακοστή. Και σήμερα Κυριακή των Βαΐων, αναφωνούντες κι εμείς το «Ωσανά, ευλογημένος, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» μετά Βαΐων και κλάδων, εισερχόμεθα στην Αγία και Μ. Εβδομάδα.

Προχωράμε στην κορύφωση του μεγίστου των Μυστηρίων. Της αφάτου δι’ ημάς Θείας οικονομίας. Στο μεγαλείο του Σταυρού, στο θαύμα του ζωογόνου Τάφου, στο θρίαμβο της Αναστάσεως. Η Αγία και Μ. Εβδομάδα διανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Το αποκορύφωμα και το επιστέγασμα της πνευματικής πορείας που ξεκινήσαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και που όλες αυτές τις ημέρες, έχοντας σ’ αυτήν στραμμένο το βλέμμα μας, με πόθο ιερό και καρδιά γεμάτη κατάνυξη αναφωνούσαμε: «παράσχου και ημίν αγαθέ τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίτην αδιαίρετον τηρήσαι τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι ώστε ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν»

«Γιατί όμως την ονομάζουμε μεγάλη, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος; Επειδή κάποια μεγάλα και απόρρητα τυχαίνει να υπάρξουν, για μας, μέσα σ’ αυτήν, αγαθά. Επειδή μεγάλα σε μας έγιναν κατ’ αυτήν απ’ το Δεσπότη κατορθώματα. Και λοιπόν μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα την Μεγάλη, η χρόνια του διαβόλου καταλύθηκε τυραννία. Ο θάνατος σβήστηκε. Ο ισχυρός δέθηκε. Τα σκεύη του (τα όργανα και οι πλεκτάνες του) διαρπάγησαν. Η αμαρτία αναιρέθηκε. Η κατάρα καταλύθηκε. Ο Παράδεισος ανοίχτηκε. Ο ουρανός προσπελάσιμος έγινε. Οι άνθρωποι με τους αγγέλους αναμείχτηκαν. Το μεσότοιχο του φραγμού σηκώθηκε. Ο της ειρήνης Θεός, ειρήνη έβαλε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Για τούτο Μεγάλη ονομάζεται εβδομάδα».

Είναι λοιπόν Μεγάλη η εβδομάδα στην οποία προχωρούμε, όχι για τις μέρες της, ούτε για τις ώρες της. Σε τίποτε τέτοιο δεν διαφέρει από τις άλλες, μα και σε τίποτε δεν μοιάζει με όλες τις άλλες. Είναι μεγάλη γιατί μέσα σ’ αυτήν συγκαιφαλαιούται το θαύμα του Χριστιανισμού, τελεσιουργείται και τελειώνεται το μέγα και μοναδικό Μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως, κορυφώνεται η δόξα της Ορθοδοξίας. Είναι μεγάλη γιατί ο ίδιος ο Θεός, για χάρη δική μας οδηγείται στα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη. «Τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην. Και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον». Είναι μεγάλη γιατί…μεγάλη και η δική μας υποκρισία, ο εγωισμός, η αγνωμοσύνη, η κακία. Σήμερα με ενθουσιασμό φωνάζουμε «Ωσαννά», αύριο αλλόφρονες θα κραυγάζουμε «Σταυρωθήτω».

Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπος η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Πλήθη αναρίθμητα συγκεντρώθηκαν για να ζητωκραυγάσουν τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Τον ανακαινιστή του κόσμου, τον αναμορφωτή της ζωής, τον αναμενόμενο Μεσσία. Τέτοια ήταν η υποδοχή ώστε, «Εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις».Αυτός προχωρεί. Εισέρχεται στη αγία πόλη. Την πόλη την φονεύσασα τους προφήτας, την πόλη που έσβηνε κάθε φωνή που ήταν ελεγκτική γι’ αυτήν. Εισέρχεται «καθήμενος επί πώλον όνου»,γνωρίζοντας ότι στην κορυφή του Γολγοθά τον περιμένει ο Σταυρός. Γνωρίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο ενθουσιασμός , αμέσως μετά άρδην θα μετατραπούν. Το μίσος, ο φθόνος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, θα μεταβάλουν το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σε «Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν».

Αλλά, η ιστορία αυτή είναι τόσο παλιά, μα και τόσο καινούρια. Ο Χριστός σταυρώθηκε μεν πριν 2000 χρόνια, αλλά έκτοτε συνεχίζει καθημερινά να ξανασταυρώνεται. Το «Ωσαννά» και το «Σταυρωθήτω», στο πρόσωπο του Χριστού είναι δυο αλληλένδετες έννοιες που ποτέ δεν ξεχώρισαν, ποτέ δεν έπαψαν να συνοδεύουν το Χριστό, και παράλληλα να είναι η πτώση και η ανάσταση η δική μας. Ακούει και σήμερα ο Χριστός το «Σταυρωθήτω», από πολλούς και διαφόρους «Χριστοκάπηλους». Από αυτούς που το ευαγγέλιο στέκεται εμπόδιο στα άνομα σχέδια τους. Από αυτούς που βάζουν μέσα σε καλούπια τη διδασκαλία Του, που τον χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους, και τον εκμεταλλεύονται για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Ακούει το «Σταυρωθείτω» από αυτούς που δεν διστάζουν να τον ανταλλάξουν με το χρυσό στην πρώτη ευκαιρία, από αυτούς που εύκολα τον ξεπουλάνε και τον αποστρέφονται μη τυχόν και διακινδυνεύσουν τον ευδαιμονισμό τους, κάτι δικό τους.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, απ’ τους διώκτες της πίστεως, τους καταφρονητές της Εκκλησίας, τον υλισμό, τον ορθολογισμό την αθεΐα. Χιλιάδες οι στομφώδεις διαλέξεις, οι πομπώδεις στα τηλεοπτικά παράθυρα αμπελοφιλοσοφίες, ατέλειωτη η αμφισβήτηση από γνωστούς και μη εξαιρετέους αρνητές και Χριστομάχους Σε τόνους μετριέται η μελάνη που καθημερινά χύνεται, με στόχο μοναδικό να σπιλωθεί το όνομα Του, να υβριστεί η θεότητα Του, να συκοφαντηθεί και να γελοιοποιηθεί η εκκλησία Του. Δηλητήριο δραστικότατο, περιτυλιγμένο με το χρυσόχαρτο, άλλοτε της ελευθερίας, άλλοτε της δημοκρατίας, άλλοτε της τέχνης, που προσπαθεί να δηλητηριάσει τις ψυχές και να κρημνίσει την πίστη. Ξανασταυρώνεται ο Χριστός απ’ την θολοκουλτούρα της εποχής, που εκτινάζει στο πρόσωπο Του τη λάσπη που έχει συσσωρεύσει μέσα της, τα αμαρτωλά της απωθημένα, τα βλαβερά και τοξικά κατάλοιπα του υποσυνείδητου της.

Μα ο Χριστός ξανασταυρώνεται και από μας τους ίδιους. «Ενώ ανήκουμε σ’ Αυτόν, γράφει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, ανήκουμε και στον αντίδικο μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς ύποπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στη ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπεια είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρηση μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπο του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνση μας από τη σώζουσα χάρι των μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνηση μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε από αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητος που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. Όλα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας».(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ. ΜΗΤΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ « ΤΟ ΘΕΙΟ ΠΑΘΟΣ»).

Δυο λοιπόν οι στάσεις ανέκαθεν απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού. Η πρώτη εκδηλώνεται με την ανείπωτη χαρά της συνάντησης μαζί Του. Εκφράζεται με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές της ψυχής –το μυστικό προσωπικό μας «Ωσαννά»-, υπογράφεται με την ταύτιση μας μαζί Του. Είναι στάση θαυμασμού, ευγνωμοσύνης, αγάπης, αφοσίωσης σ’ Αυτόν. Η δεύτερη, είναι στάση αποστροφής, προδοσίας, εχθρότητας, εγωπάθειας, κακεντρέχειας, υπερφίαλης και προβληματικής προσωπικότητας. Είναι η στάση του «Σταυρωθήτω»,ανά τους αιώνας.

Σήμερα λοιπόν, ο Ιησούς μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Μπαίνει και εκούσια, προχωρεί στο πάθος, στο Σταυρό, στον τάφο. Ακούει το «Ωσαννά» και γνωρίζει ότι θα ακούσει αμέσως μετά το «Σταυρωθήτω». Μαζί του προχωράμε κι εμείς. Ποια όμως η στάση μας απέναντι του; Με ποιους θα ταυτιστούμε και τι θα φωνάξουμε; Πόσοι από μας θα καταφέρουμε να βροντοφωνάξουμε μέσα απ΄ ην καρδιά μας το «Χριστός Ανέστη», την επόμενη Κυριακή και να νιώσουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων;

Γι αυτό μας λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Αδελφοί και πατέρες, πλησιάζει, η ημέρα του Πάσχα , αφού συν Θεώ περάσαμε την νηστεία. Αλλά γιατί βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πάσχα, αυτό που έρχεται και φεύγει; Δεν το γιορτάσαμε αυτό πολλά χρόνια; Και το Πάσχα λοιπόν αυτό θα περάσει. Διότι δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο σ’ αυτόν τον αιώνα. «Οι ημέρες μας φεύγουν σαν τη σκιά»(Ψαλμ. ρμγ΄.4), και ο βίος μας πορεύεται όπως ο καβαλάρης ταχυδρόμος, ώσπου να μας φέρει στο τέλος της ζωής. Τι λοιπόν δεν είναι επιθυμητό το Πάσχα; Είναι επιθυμητό και μάλιστα πολύ. Πώς θα μπορούσε να πει κανείς όχι; Αλλά το Πάσχα που επιτελείται κάθε μέρα. Και τι είναι αυτό; Είναι ο καθαρισμός των αμαρτιών, η συντριβή της καρδιάς, το δάκρυ της κατανύξεως, η καθαρή συνείδηση, η νέκρωση των μελών που είναι στη γη, της πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους, κακής επιθυμίας (Κολ. Γ΄.5), ίσως και κάποιας άλλης πονηρίας που παρατηρείται. Διότι όποιος καταξιώνεται να ζει αυτά, όχι μόνο μια φορά το χρόνο, αλλά για να πω έτσι, κάνει Πάσχα, κάθε μέρα, και γιορτή πολυπόθητη. Και όποιος δεν έχει τα όσα είπαμε πριν, αλλά τον κρατούν τα πάθη, αυτός δεν μπορεί να γιορτάζει. Διότι πως μπορεί να γιορτάζει αυτός που έχει Θεό την κοιλιά; Και πως αυτός που φλέγεται από σαρκική επιθυμία; Πως αυτός που λιώνει από φθόνο; Πως αυτός που βυθίζεται στη φιλαργυρία; Πως αυτός που υποδουλώνεται στην κενοδοξία; Πως αυτός που οδηγείται από όλα τα άλλα, πάθη; …Διότι δεν μπορεί να φωτίζεται αυτός που είναι στο σκοτάδι, αυτός που ταλαιπωρείται από τις αμαρτίες να γιορτάζει…».

Γι’ αυτό λοιπόν τη μοναδική αυτή νύχτα της Αναστάσεως, ας μην έλθουμε σαν απλοί πανηγυριστές. Έτσι …για το καλό, έτσι γιατί το βρήκαμε. Ας μην περιορίσουμε το Χριστιανισμό μας σε 10 λεπτά οχλοβοής, σπρωξίματος, επίδειξης, τυπικών ευχών και μετά… «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…».

Ας μην φωνάξουμε με τον τρόπο μας για μια ακόμη φορά το «Σταυρωθήτω».Αλλά να έρθουμε με την βεβαιότητα ότι: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος…»

Καλη ανάσταση

π. Γεώργιος Αλεντάς

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Η ανάσταση του Λαζάρου


Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ολοκληρώνεται και καταλήγει σε δυο λαμπρές, εόρτιες ημέρες, ή μάλλον σε μια διπλή εορτή. Είναι το Σάββατο του Λαζάρου, κατά το οποίο μνημονεύουμε την έγερση του επιστήθιου φίλου του Χριστού Λαζάρου, και η Κυριακή των Βαΐων, που εορτάζουμε τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα έξι μέρες πριν προδοθεί και υποστεί το σταυρικό θάνατο. Κατά τις δύο αυτές λαμπρές ημέρες η Εκκλησία μάς αποκαλύπτει το αυθεντικό νόημα της εθελούσιας θυσίας του Χριστού και του λυτρωτικού Του θανάτου, πριν εισέλθουμε στη θλίψη και το σκοτάδι του πάθους, πριν ξαναγίνουμε μάρτυρες της οδύνης του Χριστού.

Ο Χριστός βρισκόταν μακριά από την Ιερουσαλήμ όταν πέθανε ο Λάζαρος, και μόλις τέσσερις μέρες αργότερα έφθασε στη Βηθανία όπου συνάντησε τις αδελφές του Λαζάρου, τη Μάρθα και τη Μαρία, και τους στενοχωρημένους και κλαμένους φίλους του. Το ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννη εξιστορεί με λεπτομέρειες αυτή τη συνάντηση, αρχίζοντας από τη συζήτησή Του με τη Μάρθα και τη Μαρία.

Και οι δυο τους λένε στο Χριστό, «Κύριε ει ης ώδε, ουκ αν απέθανέ μου ο αδελφός» (Ιωαν. 11, 32). Και ο Χριστός απαντά: «αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωαν. 11, 23). Άσχετα όμως από αυτή την απάντηση, όταν είδε το κλάμα των αδελφών και των φίλων τους, ο Ίδιος «ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν αυτόν...» (Ιωαν. 11, 36). Ο Χριστός διέταξε να απομακρυνθεί η πέτρα που σκέπαζε τον τάφο. Και όταν αφαιρέθηκε η πέτρα, «φωνή μεγάλη εκραύγασε Λάζαρε, δεύρο έξω, και εξήλθεν ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας κειρίαις...» (Ιωαν. 11, 43- 44). Ποιο είναι το νόημα αυτού του γεγονότος που η Εκκλησία γιορτάζει τόσο λαμπρά, τόσο πανηγυρικά, τόσο νικητήρια το Σάββατο του Λαζάρου; Πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε τη θλίψη και τα δάκρυα του Χριστού με τη δύναμη να εγείρει τους νεκρούς;

Με ολόκληρο τον εορτασμό η Εκκλησία επαναλαμβάνει πως ο Χριστός κλαίει επειδή, βλέποντας το θάνατο του φίλου Του, βλέπει επίσης και τη νίκη του θανάτου πάνω σ’ ολόκληρο τον κόσμο, βλέπει πως ο θάνατος, που δε δημιουργήθηκε από το Θεό, σφετερίστηκε το θρόνο Του και τώρα κυριαρχεί στον κόσμο, δηλητηριάζοντας τη ζωή, μετατρέποντας τα πάντα σε άσκοπο ρεύμα ημερών που κυλούν ανελέητα προς την άβυσσο. Κατόπιν έρχεται η εντολή, «Λάζαρε, δεύρο έξω»! Εδώ έχουμε το θαύμα της αγάπης που θριαμβεύει πάνω στο θάνατο, ακούμε μια εντολή που αναγγέλλει τον πόλεμο του Χριστού κατά του θανάτου, μια υπόσχεση πως ο ίδιος ο θάνατος θα καταστραφεί και θα εξαφανιστεί. Ο ίδιος ο Χριστός, που σημαίνει ο ίδιος ο Θεός, η ίδια η αγάπη και η ζωή, για να καταστρέψει το θάνατο και το σκοτάδι του, κατεβαίνει στον τάφο, για να αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο το θάνατο, για να τον εκμηδενίσει και να μάς χαρίσει την αιώνια ζωή την οποία ο Θεός μάς δημιούργησε να κατέχουμε.


Από το βιβλίο
«Εορτολόγιο -
Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»
Αλέξανδρος Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας


Ενοριακά Νέα

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

ΜΕΤΕΜΨΥΧΩΣΗ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ;

ΜΕΤΕΜΨΥΧΩΣΗ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ;

«...ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον...».
«...και εγώ αναστήσω αυτόν τη εσχάτη ημέρα...».
|«...Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή...»
Κύριος Ιησούς Χριστός


Εκ του βιβλίου Οι γκουρού ο νέος και γέρων Παΐσιος

Τη θεωρία της μετεμψύχωσης την πίστευαν πολλοί αρχαίοι λαοί. Με την επικράτηση της Χριστιανικής Αλήθειας αυτή η πλάνη μαζί με το υπόλοιπο οικοδόμημα της ειδωλολατρείας έπαυσε να ταλαιπωρεί τις ζωές των ανθρώπων. Κάποιοι προσπαθούν να την «περάσουν» και στους σημερινούς ανθρώπους της Δύσης.
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ο κόσμος είναι ένα σχολείο από το οποίο μια ψυχή θα περάσει χιλιάδες φορές. Μετά από το θάνατό της, θα ξαναγεννηθεί σε άλλο σώμα, είτε ανδρικό είτε γυναικείο, είτε ακόμα σε κάποιο σώμα ζώου η ακόμα και φυτού.
Οι συνθήκες της καινούργιας γένεσης εξαρτώνται από τις πράξεις της προηγούμενης ζωής. Έτσι αν κάποιος έζησε με άσχημο τρόπο, όταν θα ξαναγεννηθεί θα είναι φτωχός η και ζώο ακόμα.
Αποκρύπτουν όμως από τους οπαδούς τους ότι, σύμφωνα με το αρχαίο βιβλίο τους «Οι νόμοι του Μανού» που μετατρέπει τη διδασκαλία των Βεδών σε κοινωνικούς νόμους, είναι πιθανότερο να μετενσαρκωθεί κανείς σε ζώο η δαιμονικό ον παρά σε άνθρωπο. Σ' αυτό το βιβλίο αναφέρεται η εξής παραβολική ιστορία: Μία χελώνα ζει στα βάθη της θάλασσας και βγάζει το κεφάλι της έξω στην επιφάνεια κάθε εκατό χρόνια. Ένα δαχτυλίδι πλέει στην επιφάνεια των νερών. Όσο πιθανό είναι να περάσει το κεφάλι της χελώνας μέσα από το δαχτυλίδι, άλλο τόσο είναι πιθανό και να ενσαρκωθεί ένα ον μετά τον θάνατό του σε ανθρώπινο σώμα.
Πρόκειται λοιπόν για μια άποψη για «γεγονότα» μετά και πέρα από το φυσικό κόσμο, έξω από τα όρια που μπορεί να ελέγξει με το λογικό του ο άνθρωπος. Είναι λοιπόν μία μεταφυσική πίστη.
Κι' όμως, σ' αυτή την πίστη, αναφέρονται όλα τα επί μέρους κινήματα της «Νέας Εποχής» (New Age) που θέλουν ταυτόχρονα να παρουσιάζονται και ως επιστήμες. Η «επιστήμη» της Γιόγκα, σου λένε!...Και όχι μόνο αυτό, αλλά αν τους βολέψει θα πουν ότι «...και οι χριστιανοί σαν και μας πιστεύουν...η ξέρεις ο Χριστός ήταν ένας μεγάλος γιόγκι...η δεν έχουμε διαφορές ... η απλά οι Χριστιανοί βρίσκονται σε ένα χαμηλότερο επίπεδο...» και άλλα τέτοια ευτράπελα. Σπέρνουν τη σύγχυση, ψαρεύουν σε θολά νερά, μιλούν γενικά, αφηρημένα, πλην ...γοητευτικά, εξωτικά. Σερβίρουν όμορφα παραμύθια... Ποιος μπορεί να τους ελέγξει; Πόσοι γνωρίζουν το Ευαγγέλιο, για να καταλάβουν τα ψέματά τους; Σίγουρα οι περισσότεροι θα το «φάνε» το παραμύθι.
Όμως υπάρχουν τεράστιες διαφορές! Αυτοί πιστεύουν στη μετεμψύχωση, οι Χριστιανοί στην Ανάσταση: Αξίζει να σημειώσουμε ότι δεν υπήρχε πάντοτε στους Ινδούς αυτή η θεωρία. «Η ιδέα της μετενσαρκώσεως (samsara) ήταν άγνωστη στους Αρείους. Μπήκε και αυτή στην Ινδική θρησκεία και φιλοσοφία, για να μπορέσει η ηθική να αποκτήσει ένα υποκείμενο που να φέρει το βάρος της ευθύνης των πράξεών του (Karma) πέραν του θανάτου. Οι όροι «αναγένεση» η «μετενσάρκωση» που δηλούν ένα και το αυτό, είναι κάπως απατηλοί. Όπως θα δούμε στην ανάλυση των έξι φιλοσοφικών συστημάτων (Darshanas), εκείνο που μετενσαρκώνεται δεν είναι η εμπειρική ψυχή, αλλά κάποια ακαθόριστη, ασαφής, λεπτεπίλεπτη ουσία που βρίσκεται μεταξύ του atman, της εμπειρικής ψυχής, και του σώματος. Πραγματικά, η εμπειρική ψυχή δεν μετενσαρκώνεται, αφού είναι άθροισμα των συνειδητών καταστάσεων. Το atman... η ουσία του εγώ, δεν είναι δυνατόν να μετενσαρκωθεί, αφού ως απόλυτο, δεν υπόκειται στην επίδραση του Κάρμα, της «ηθικής» ευθύνης. Μπροστά στη δυσκολία αυτή, η συστηματική ινδική φιλοσοφία διανοήθηκε τη «λεπτεπίλεπτη ουσία» (matiere subtile), το «αιθέριο σώμα» (corps subtil), ως τον από μηχανής Θεό που σώζει τη σκέψη από ένα άτοπο, χωρίς φυσικά να την κάμει εκ του λόγου αυτού και περισσότερο πειστική» («Ιστορία της Ινδικής φιλοσοφίας»,Δ.Κ. Βελισσαρόπουλος Γ' έκδοση).

Όταν λοιπόν οι απόψεις τους φθάνουν σε λογικά άτοπα, τότε επινοούν κάποια καινούργια θεωρία, για να βολέψουν τα πράγματα. Μετά βέβαια θα ισχυρίζονται και θα επιμένουν ότι το «αιθέριο σώμα» όντως...υπάρχει στην πραγματικότητα. Ότι δεν είναι φαντασία η ιδεολογικό κατασκεύασμα.
Υπάρχουν βέβαια και άλλα λογικά άτοπα σ' αυτή τη θρησκευτική δοξασία. Όπως α) Εάν, όπως λένε, σ' αυτή τη ζωή βρισκόμαστε «για να πάρουμε το μάθημά μας» και να προχωρήσουμε, τότε πως γίνεται να μη θυμόμαστε τις πράξεις για τις οποίες πληρώνουμε; Πως θα διδαχθούμε απ' αυτές, αφού δεν τις θυμόμαστε;... Ισχυρίζονται ότι μερικοί «θυμούνται» τις προηγούμενες ζωές... αλλά μόνο αυτοί «θα πάρουν το μάθημα»;...Τι γίνεται με τα δισεκατομμύρια των άλλων ανθρώπων... Αδυνατούν να δικαιολογήσουν αυτή την απουσία μνήμης.
β) Αφού λένε ότι οι ψυχές μετενσαρκώνονται, και μάλιστα μέσα σε 49 μέρες, και γίνονται ζώα, φυτά η δαιμονικά όντα, αφού είναι τρομερά απίθανο να γίνουν ξανά άνθρωποι (ιστορία με τη χελώνα), τότε με ποιες ψυχές πεθαμένων επικοινωνούν τα μέντιουμ; Με ποιους συζύγους, αδελφούς, μανάδες, παιδιά λένε ότι επικοινωνούν τα μέντιουμ;
Άρα η θεωρία της μετενσάρκωσης έρχεται σε αντίθεση με τον πνευματισμό. Ή η μία είναι ψέμα ή η άλλη. Εμείς βέβαια γνωρίζουμε ότι και τα δύο είναι ψέματα. Υπάρχουν ωστόσο νεοεποχίτες που μέσα στη σύγχυσή τους πιστεύουν και στα δύο.
Η άποψη της ορθόδοξης ανατολικής Εκκλησίας είναι τελείως διαφορετική. Ο άνθρωπος έχει αρχή, αλλά όχι τέλος. Γεννιέται κάποια στιγμή του χρόνου για να ζήσει αιώνια. Μια φορά θα ζήσουμε σ' αυτή τη ζωή. Μετά το θάνατο κάθε ψυχή κρίνεται από το Θεό και ανάλογα με τα έργα της θα κερδίσει τον Παράδεισο η όχι. Στη διάρκεια αυτής της ζωής ο Θεός δίνει πάμπολλες ευκαιρίες στον άνθρωπο να κερδίσει το γλυκύ Παράδεισο.
Οι κακοπροαίρετοι άνθρωποι, που αρέσκονται στο κακό και αποστρέφονται το Θεό και τα έργα του Θεού, μόνοι τους διαλέγουν και τις εδώ παρέες τους αλλά και τη μετά θάνατον «κατοικία» τους.
Κάποτε ο Γέροντας π. Παΐσιος, απευθυνόμενος σε μια ομάδα νέων τους είπε: «Βρε, το καταλάβατε ότι ήρθαμε εδώ, για να δώσουμε εξετάσεις; Να κοιτάξουμε να πιάσουμε την πνευματική βάση, ένα πενταράκι, για να κερδίσουμε τον Παράδεισο. Τώρα, γιατί εδώ δεν έχει μετεξεταστέους για Σεπτέμβρη».
Κάποια άλλη φορά που συζητούσαμε οι δυό μας και τον ρώτησα για τη μετεμψύχωση, μου είπε, «Κοίταξε να δεις. Αυτή είναι η μεγαλύτερη παγίδα του Διαβόλου. Ε!, σου λέει ο άνθρωπος, αν δεν τα καταφέρω σ' αυτή τη ζωή δεν πειράζει, θα τα καταφέρω στην άλλη. Έτσι χαλαρώνει πνευματικά. Ο Διάβολος όμως ξέρει ότι δε θα υπάρξει άλλη φορά. Κάτσε να σε τσακώσω εγώ μια φορά, σκέφτεται ο πονηρός, και μετά βλέπουμε». Με κοίταξε και μου είπε, «Να το γράψεις αυτό. Να το γράψεις!!...».
Το ίδιο πράγμα διακηρύσσουν και οι Γραφές. Ο Απόστολος Παύλος λέει «καθ' όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. 9,27). Μια φορά θα πεθάνουμε, γιατί μια φορά θα ζήσουμε.
Ο Ίδιος ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός θα είναι ο Κριτής όλων των ανθρώπων. Μας το λέει ο ίδιος στο Ευαγγέλιό Του.
«Όταν δε έλθη ο υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ' αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ' αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού, δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβέλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με. Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες, κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, η διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, η γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή η εν φυλακή, και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς, αμήν λέγω ημίν, εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Τότε ερεί και τοις εξ ευωνύμων, πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθ. 25, 31 - 41).

Η διδασκαλία του Ευαγγελίου δε συμβιβάζεται με τη θεωρία της μετενσάρκωσης. Είναι αντίθετες διδασκαλίες. Είναι δικαίωμα του καθενός να πιστεύει ό,τι θέλει και να γεμίζει τη ζωή του με τις καλές η τις κακές συνέπειες της πίστης του. Μέχρι εδώ καμία αντίρρηση. Εκείνο που με ενοχλεί αφάνταστα είναι η πονηριά μερικών που σπέρνουν τη σύγχυση. Λένε, όλοι είμαστε περίπου ίδιοι, και οι Χριστιανοί σαν και μας τους Ινδουιστές πιστεύουν περίπου, μόνο που είναι λίγο πιο...χαμηλά.

«Η γιόγκα, λέει, θα σε βοηθήσει να γίνεις καλύτερος Χριστιανός»! Κοροϊδεύουν, εξαπατούν τον κόσμο.
Όχι, δεν είμαστε το ίδιο πράγμα. Έχουμε τεράστιες διαφορές. Διαφέρουμε όσο διαφέρει το φως από το σκοτάδι.
Μια ακόμα τεράστια διαφορά φαίνεται και στους επιδιωκόμενους πνευματικούς σκοπούς από τις παραδόσεις. Οι μεν Ινδουιστές πιστεύουν ότι, όταν κανείς φθάσει στην τελειότητα, χάνεται το πρόσωπο, δεν υπάρχει πρόσωπο, αλλά ταυτιζόμενο με τον απόλυτο Θεό, με το Βράχμαν εξαφανίζεται. Σαν μια σταγόνα που πέφτει στον ωκεανό. Αυτό είναι το τέλος. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα ξαναγεννηθεί. Παύει να υπάρχει ως πρόσωπο, γίνεται ένα με το απρόσωπο θείο.
Οι χριστιανοί πιστεύουν ακριβώς το αντίθετο. Το ανθρώπινο πρόσωπο δεν πεθαίνει ποτέ. Υπάρχει αιώνια.
Σ' αυτή τη ζωή το ανθρώπινο πρόσωπο εγκαινιάζει συνειδητά μια προσωπική σχέση μ' έναν προσωπικό Θεό, μια σχέση που θα διατηρηθεί στην αιωνιότητα.
Βλέπουμε λοιπόν με πόσο μεγάλη αξία και τιμή περιβάλλεται το ανθρώπινο πρόσωπο στη διδασκαλία του Ιησού Χριστού.
Δεν είναι τεράστια η διαφορά; Πως λοιπόν αυτοί διακηρύσσουν την πνευματική ομοιότητα με μας; Προφανώς προσπαθούν να ξεγελάσουν ανθρώπους που δεν έχουν σαφή γνώση της διδασκαλίας του Ιησού. Ανθρώπους που ... κάτι έχουν ακούσει για το Χριστό.
Αυτή την τακτική τους τη θεωρώ ανέντιμη. Γιατί οι γκουρού ξέρουν πολύ καλά τις διαφορές που έχουν με το Χριστό. Άλλους προσπαθούν να ξεγελάσουν.
«πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει, ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει» (Β' Ιω. 9).
«Αγαπητοί, μη παντί πνεύματι πιστεύετε, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Ιω. α' 4,1).

OΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Αἱ ἐκκλησίαι, οἱ «τάφοι» τοῦ Θεοῦ, εἶναι αἱ διάπλατοι θύραι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ


Ἡ Ἐκκλησία βεβαίως δὲν εἶχε ποτὲ καὶ δὲν ἔχει καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ Θεὸς ἀπέθανε. Τοῦτο ἔγινε τὸ 33 μ.Χ. ἐπάνω εἰς τὸν λόφον Γολγοθᾶ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τοῦ Ρωμαίου Ἡγεμόνος τῆς Ἰουδαίας. Ἀφοῦ ἔπαθεν ἀνήκουστα Πάθη, ἐσταυρώθη ὡσὰν κακοῦργος καί, περὶ ὥραν ἐνάτην τῆς Παρασκευῆς, εἶπε «Τετέλεσται!» καὶ παρέδωκε τὸ πνεῦμα! Αὐτὸ εἶναι μία ἀναντίρρητος ἱστορικὴ πραγματικότης. Ὁ Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἀπέθανεν «ὑπὲρ πάντων» τῶν ἀνθρώπων!Ἀφοῦ ἀνέλαβεν ὅλα τὰ ἰδικά μας: σῶμα, ψυχήν, θέλησιν, ἐνέργειαν, κόπον, ἀγωνίαν, πόνον, λύπην, παράπονον, χαράν, τὰ πάντα, παρεκτὸς ἁμαρτίας, ἀνέλαβε, τέλος, καὶ τὸ μεγαλύτερον ζήτημά μας, τὸν θάνατον, καὶ μάλιστα εἰς τὴν πιὸ βασανιστικὴν καὶ ταπεινωτικὴν ἐκδοχήν του, δηλ. τὸν Σταυρόν. Μέχρις ἐδῶ συμφωνοῦμεν μὲ τοὺς φιλοσόφους. Θὰ δεχθοῦμε ἀκόμη καὶ τὸ ὅτι αἱ ἐκκλησίαι, οἱ ναοί, εἶναι «οἱ τάφοι», «τὰ μνήματα» τοῦ Θεοῦ! Ὅμως!... Ἐμεῖς γνωρίζομε, ζοῦμε καὶ προσκυνοῦμε τὸν θανόντα Θεόν, ὡς «νεκρὸν ζωαρχικότατον»! Ὀλίγον μετὰ τὴν φοβερὰν Παρασκευήν, εἰς τὴν πρωϊνὴν ἀμφιλύκην τῆς «Μιᾶς τῶν Σαββάτων», τῆς Κυριακῆς, συνέβη αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ἔγινεν ὅλη ἡ διὰ σαρκὸς καὶ πάθους καὶ Σταυροῦ καὶ καθόδου εἰς τὸν ᾃδην οἰκονομία τοῦ Θεοῦ: Ἡ Ἀνάστασις!... Καὶ αὐτό, ἡ Ἀνάστασις, εἶναι μία ἐξ ἴσου ἀναντίρρητος ἱστορικὴ πραγματικότης!.. Καὶ ἡ πραγματικότης αὐτὴ ἔχει ἀμέσους καὶ σωτηρίους ἐπιπτώσεις εἰς ὅλους μας. Ἀνέστη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι συνάμα καὶ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου!

Ἀνέστη ὁ Θεὸς μὲ ὅλον τὸ πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητος: τὸ Σῶμα ποὺ ἔλαβεν ἀπὸ τὰ ἄχραντα αἵματα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὴν ἁγίαν Ψυχήν Του. Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, «παγγενῆ τὸν Ἀδὰμ ἀναστήσας ὡς φιλάνθρωπος»!... Ὁ Τάφος τοῦ Ἰησοῦ, τὸ «καινὸν μνημεῖον» τοῦ Ἰωσήφ, εἶναι πλέον διὰ παντὸς κενός! Ἀντὶ διὰ μνημεῖον νεκρικόν, εἶναι μνημεῖον νίκης κατὰ τοῦ θανάτου, εἶναι πηγὴ ζωῆς! Ὁ νοητὸς Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης ἀνέτειλεν «ἐκ τοῦ τάφου ὡραῖος», χαρίζοντας φῶς ἀνέσπερον, εἰρήνην, χαράν, ἀγαλλίασιν, ζωὴν αἰώνιον! Ναί, οἱ ναοὶ εἶναι οἱ «τάφοι» τοῦ Θεοῦ! Ἀλλὰ Τάφοι κενοί, ὁλοφώτεινοι, γεμάτοι ἀπὸ «ὀσμὴν ζωῆς», ἀπὸ ἐαρινὸν μύρον πασχάλιον, ὡραῖοι, ἐρατεινοί, καταστόλιστοι μὲ μυρσίνες δοξαστικὲς καὶ μὲ ἄνθη χειροπιαστῆς ἐλπίδος, τάφοι ζωοδόχοι καὶ ζωοπάροχοι! Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ ἀνέστρεψε τὰς δυνάμεις τοῦ ᾃδου, ὁ θάνατος εὐτελίστηκε πλέον εἰς ἁπλοῦν ἐπεισόδιον ποὺ εἰσάγει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν βίον εἰς τὴν Ζωήν.

Αἱ ἐκκλησίαι, οἱ «τάφοι» τοῦ Θεοῦ, εἶναι αἱ διάπλατοι θύραι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, οἱ ὀρθάνοιχτες εἴσοδοι τοῦ Νυμφῶνος τοῦ Υἱοῦ Του, ποὺ «ὡς Νυμφίος προῆλθεν ἐκ τοῦ Μνήματος» καὶ οἱ πιστοὶ εἰσερχόμενοι, «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾃδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν· καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον Εὐλογητὸν τῶν πατέρων, Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον»!

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Οι δύο αναστάσεις


Το θέμα τής ανάστασης μπερδεύει πολλούς ανθρώπους που αγνοούν τη διδασκαλία τής Εκκλησίας. Διαβάζουν στην Αγία Γραφή για πρώτο και δεύτερο θάνατο, ή για πρώτη και δεύτερη ανάσταση, και οι απόψεις που διατυπώνονται είναι πολλές. Στο φυλλάδιο αυτό λοιπόν, θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε περιληπτικά αυτό το ζήτημα, σύμφωνα με τη διαχρονική εμπειρία των αγίων.

*

Πνευματικός Θάνατος και Πνευματική Ανάσταση

*

Σωματικός Θάνατος, και Σωματική Ανάσταση

*

Πρώτη ανάσταση και δεύτερος θάνατος

Πνευματικός Θάνατος και Πνευματική Ανάσταση

Όταν ο Θεός έκανε ΄΄καθ' ομοίωσιν΄΄ τον άνθρωπο, τον προειδοποίησε ότι δεν έπρεπε να φάει από ένα συγκεκριμένο δένδρο. Του είπε: ΄΄Τη μέρα που θα φας απ' αυτό, θα πεθάνεις εξάπαντος΄΄. (Γένεση 2/β΄ 17).

Κι όμως, ο Αδάμ έζησε πολλά χρόνια αφού έφαγε. (Γένεση 5/ε΄ 5). Τι έγινε λοιπόν; Ψέματα τού είπε ο Θεός; Ή μήπως μιλούσε για ένα άλλο είδος θανάτου, και όχι για το γνωστό μας βιολογικό θάνατο;

Στη Γένεση 2/β΄ 7, λέει για τη δημιουργία τού ανθρώπου: ΄΄Και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν΄΄.

Γιατί άραγε λέει: ΄΄ψυχήν ζώσαν΄΄; Υπάρχει και νεκρή ψυχή; Κι αν ναι, πότε μία ψυχή είναι νεκρή;

Οι άγιοι πατέρες, διδάσκουν ότι το παραπάνω εδάφιο δεν σημαίνει ότι ο Θεός έδωσε ζωή σε ένα νεκρό σώμα, αλλά ότι έδωσε στον Αδάμ το Άγιο Πνεύμα, που τον ζωοποίησε πνευματικά.

Όταν λοιπόν ο Αδάμ έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό, έχασε το Άγιο Πνεύμα που τον ζωοποιούσε, και έγινε πλέον ΄΄Πνευματικά νεκρός΄΄, μια ΄΄νεκρή ψυχή΄΄.

Εκεί εντοπίζεται και το νόημα τού Χριστιανικού βαπτίσματος, που καθιστά τον άνθρωπο και πάλι ζωντανή ψυχή, όπως ήταν ο Αδάμ πριν από την πτώση του. Αυτό φαίνεται και στο χωρίο Εφεσίους 2/β΄ 5,6: ΄΄Και ενώ ήμασταν νεκροί για τα αμαρτήματα, μας ζωοποίησε με το Χριστό... και μας ανέστησε μαζί του...΄΄

Αυτά τα λόγια όμως, ο απόστολος Παύλος τα λέει χωρίς να έχει πεθάνει ακόμα σωματικά. Δε μιλάει λοιπόν για σωματική ανάσταση, αλλά για πνευματική.

΄΄΄Η αγνοείτε, ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν; συνετάφημεν ουν (λοιπόν) αυτώ δια τού βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα (έτσι ώστε) ώσπερ ηγέρθει Χριστός εκ νεκρών δια τής δόξης τού Πατρός ούτως και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν.

Ει γαρ (επειδή εάν) σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι τού θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα. Τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθει, ίνα καταργηθεί το σώμα τής αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία... ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσωμεν αυτώ΄΄. (Ρωμαίους 6/ς΄ 3 - 8).

Με το Άγιο Βάπτισμα λοιπόν, ο άνθρωπος ανασταίνεται Πνευματικά. Αυτό φαίνεται και στο εδάφιο: Πράξεις 2/β΄ 38: ΄΄Μετανοήσατε φησιν, και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών υμών, και λήμψεσθε την δωρεάν τού Αγίου Πνεύματος΄΄.

Αυτό λοιπόν που έχασε ο Αδάμ όταν αμάρτησε, και τον κατέστησε Πνευματικά Νεκρό, μπορεί ο άνθρωπος να το λάβει με το Άγιο Βάπτισμα. Πρόκειται για ΄΄την δωρεάν τού Αγίου Πνεύματος΄΄, για ΄΄την αναγέννηση΄΄, για την οποία μίλησε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στο Νικόδημο, στο Ιωάννης 3/γ΄ 3 - 8: ΄΄εάν μη τις γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν τού Θεού΄΄.

Πνευματικός Θάνατος λοιπόν είναι, όταν κάποιος χάνει το Άγιο Πνεύμα, και Πνευματική Ανάσταση όταν το ξαναπαίρνει.

Σωματικός Θάνατος, και Σωματική Ανάσταση

Για το σωματικό θάνατο δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, μια και τον γνωρίζουμε όλοι μας. Όπως λοιπόν ο Πνευματικός θάνατος είναι ο χωρισμός τής ψυχής από το Άγιο Πνεύμα, έτσι και ΄΄το σώμα χωρίς πνεύματος είναι νεκρόν΄΄. (Ιάκωβος 2/β΄ 26).

Η λέξη ΄΄ανάσταση΄΄, σημαίνει: ΄΄ξαναστήσιμο΄΄. Για να ξαναστηθεί όμως κάτι, πρέπει πρώτα να έχει πέσει.

Στην ανάσταση αυτή, εκείνο που πέφτει, και ΄΄επιστρέφει στη γη΄΄, είναι το σώμα. (Εκκλησιαστής 12/ιβ΄ 7). Αυτό είναι λοιπόν που ΄΄ξαναστέκεται΄΄ στην ΄΄ανάσταση΄΄. Γι' αυτό είναι λάθος το ότι κάποιες Προτεσταντικές (κυρίως) ομάδες περιμένουν κάτι που το λένε ΄΄ανάσταση΄΄, αλλά δεν πιστεύουν ότι θα λάβουν πάλι το σώμα τους. Μιλούν αόριστα για κάποιο ΄΄ουράνιο Παράδεισο΄΄, και για την άνοδό τους στον ουρανό, χωρίς ποτέ να εξηγούν τι είναι αυτό.

Οι Χριστιανοί όμως, δεν αρκούνται στην Πνευματική ανάσταση τού βαπτίσματος, αλλά περιμένουν ΄΄την απολύτρωση τού σώματός τους΄΄.

΄΄και αυτοί οίτινες έχομεν την απαρχήν τού Πνεύματος, και ημείς αυτοί στενάζομεν εν εαυτοίς, περιμένοντες την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν τού σώματος ημών. (Ρωμαίους 8/η΄ 23).

Οι Χριστιανοί δεν αρκούνται μόνο σε έναν παράδεισο ψυχών, αλλά όπως ο Θεός προέθετε από την αρχή τής δημιουργίας τού ανθρώπου, και τα σώματα τών ανθρώπων θα έχουν μέρος σ' αυτό τον παράδεισο. Δεν ταλαιπωρήθηκαν και δεν αγωνίστηκαν μόνο οι ψυχές, αλλά και τα σώματα τών Χριστιανών στον αγώνα τους. Ομοίως, δεν αμάρτησαν μόνο οι ψυχές, αλλά και τα σώματα τών ασεβών. Έτσι, ό,τι θα λάβει η ψυχή, θα πρέπει να λάβει και το σώμα, είτε αυτό είναι ευλογία, είτε κατάρα. Και όπως ο Θεός δημιούργησε τη γη για κατοικία τού ανθρώπου, σε αυτή την ίδια γη, αλλά ανακαινισμένη, θα κατοικήσει για πάντα ο άνθρωπος. (Αποκάλυψη 21/κα΄ 1,2).

΄΄Και αυτή η κτίση, θα ελευθερωθεί από τη δουλεία τής φθοράς, στην ελευθερία τού φωτός τών παιδιών τού Θεού΄΄. (Ρωμαίους 8/η΄ 21). ΄΄Κατά την υπόσχεση τού Θεού, καινούργιους ουρανούς και καινούργια γη περιμένουμε΄΄ (Β΄ Πέτρου 3/γ΄ 13).

Ομοίως με την κτίση, και το σώμα τής αναστάσεως θα είναι άφθαρτο: ΄΄οι νεκροί θα αναστηθούν άφθαρτοι, και εμείς (οι ζώντες) θα μεταμορφωθούμε. (Α΄ Κορινθίους 15/ιε΄ 52).

Τότε, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήταν στη γη, αλλά ταυτόχρονα και στον ουρανό, (Ιωάννης 3/γ΄ 13), έτσι και οι αναστημένοι Άγιοι, ενώ θα βρίσκονται στη γη, θα ζούν ως πολίτες τού ουρανού, πράγμα που άλλωστε συμβαίνει από τώρα. (Εφεσίους 2/β΄ 6. Εβραίους 11/ια΄ 16. 12/ιβ΄ 22,23. Αποκάλυψις 20/κ΄ 4 - 6).

Πρώτη ανάσταση και δεύτερος θάνατος

Στην Αποκάλυψη 20/κ΄ 4 - 6, περιγράφει τρεις ομάδες ανθρώπων, να κάθονται σε θρόνους, και να βασιλεύουν με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Πρόκειται για εκείνους τους Χριστιανούς που πέθαναν σε διαφόρους διωγμούς, για όσους Χριστιανούς θα πεθάνουν από το θηρίο, και για μια ομάδα που αναφέρεται πρώτη, και που δεν περιγράφεται. Και οι τρεις αυτές ομάδες, αποτελούν το σύνολο τής Εκκλησίας, το οποίο λαβαίνει βασιλεία με τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Στα εδάφια αυτά γράφει:

΄΄4. Και είδα θρόνους. Και κάθησαν πάνω τους, και κρίση δόθηκε σ' αυτους, και τις ψυχές τών σφαγμένων για τη μαρτυρία τού Ιησού και για το λόγο τού Θεού, και εκείνους που δεν προσκύνησαν το θηρίο, ούτε την εικόνα του, και δεν έλαβαν το χάραγμα στο μέτωπο και στο χέρι τους, και έζησαν και βασίλεψαν μαζί με το Χριστό χίλια έτη.

5. Οι υπόλοιποι τών νεκρών δεν έζησαν μέχρι να τελειώσουν τα χίλια έτη.

Αυτή (είναι) η ανάσταση η πρώτη. 6. Ευτυχισμένος και άγιος όποιος έχει μέρος στην ανάσταση την πρώτη. πάνω σ' αυτούς, ο θάνατος ο δεύτερος δεν έχει εξουσία, αλλά θα είναι ιερείς τού Θεού και τού Χριστού και θα βασιλεύσουν μαζί του τα 1000 έτη΄΄.

Τα εδάφια αυτά δεν μιλούν φυσικά, για μία μελλοντική κατάσταση σε μία κατά γράμμα χιλιετή μεσοβασιλεία, όπως κακώς διδάσκουν κάποιες Χιλιαστικές θρησκείες. Το εδάφιο μιλάει για παρούσες καταστάσεις, ακόμα και στην εποχή που γραφόταν η Αποκάλυψη. Γι' αυτό λέει στο εδάφιο 6: ΄΄όποιος ΕΧΕΙ (Ενεστώτας) μέρος στην ανάσταση την πρώτη΄΄.

Πράγματι, γι' αυτή την ανάσταστη μιλούσε ο απόστολος Παύλος όπως είδαμε, όταν έγραφε στην επιστολή του προς Εφεσίους 2/β΄ 5,6: ΄΄Και εμάς που ήμασταν νεκροί για τα παραπτώματα, μας ζωοποίησε μαζί με το Χριστό... και μας σήκωσε μαζί του και μας συνεκάθισε στα επουράνια εν Χριστώ Ιησού.΄΄

Ήδη ο απόστολος Παύλος και οι υπόλοιποι σαν κι αυτόν, είχαν μέρος στην πρώτη ανάσταση. Στην ίδια ανάσταση έχει μέρος, όποιος λαβαίνει το βάπτισμα τού Αγίου Πνεύματος, και ως νέος άνθρωπος περπατά σε νέα ζωή.

Η πρώτη ανάσταση λοιπόν, είναι η Πνευματική Ανάσταση, και είναι πρώτη, επειδή προηγείται τής σωματικής:

΄΄και αυτοί οίτινες έχομεν την απαρχήν τού Πνεύματος, και ημείς αυτοί στενάζομεν εν εαυτοίς, περιμένοντες την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν τού σώματος ημών. (Ρωμαίους 8/η΄ 23).

Συνεπώς, η δεύτερη ανάσταση είναι η σωματική.

Το εδάφιο Αποκάλυψις 20/κ΄ 6 όμως, λέει γι' αυτούς που μετέχουν στην 1η ανάσταση: ΄΄πάνω σ' αυτούς, ο θάνατος ο δεύτερος δεν έχει εξουσία΄΄.

Εδώ δε μπορεί να μιλάει για το σωματικό θάνατο, επειδή και ο απόστολος Παύλος, και πλήθος άλλοι που μετέχουν στην 1η ανάσταση έχουν πεθάνει σωματικά. Πρόκειται λοιπόν για τον Πνευματικο Θάνατο, για το θάνατο εκείνο που είδαμε ότι είναι ο χωρισμός από το Άγιο Πνεύμα, όπως συνέβη στον Αδάμ.

Όταν λοιπόν μιλάμε για την Πρώτη ανάσταση, εννοούμε την Πνευματική ανάσταση, που γίνεται όταν οι Χριστιανοί λαμβάνουν το Άγιο Πνεύμα. Δεύτερη ανάσταση είναι η Σωματική ανάσταση, που θα γίνει στην Παρουσία τού Κυρίου για όλους τους νεκρούς. (Α΄ Κορινθίους 15/ιε΄ 23). Τέλος, Πρώτος θάνατος είναι ο Σωματικός, και Δεύτερος ο Πνευματικός, ο χωρισμός από το Άγιο Πνεύμα.

N. M.



ΟΟΔΕ

Ευχαριστούμε την σελίδα "Ελληνικά Λειτουργικά Κείμενα" ,  

από την οποία αντλούμε τα υμνογραφικά. Η δουλειά τους είναι σπουδαία και αξίξει θερμά συγχαρητήρια.

Επίσης και όλες τίς άλλες σελίδες και ιστολόγια απ'τις οποίες ερανίζουμε την ποικιλλία των αναστάσιμων θεμάτων και των εικόνων προς δόξαν Αναστάντος Χριστού.

(Εικόνα προμετωπίδας από holytrinitybut.org)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ' αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ' αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ' αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. ( Αποκ. ΚΑ΄)

Eπίσης γράφω...

Περνούν και διαβάζουν...