Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον, Ιησούν τόν μόνον αναμάρτητον. Τόν σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνούμεν, και τήν αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν τήν του Χριστού αγίαν ανάστασιν· ιδού γαρ ήλθε διά του σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τόν Κύριον, υμνούμεν τήν ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν 

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Εγκώμιον στην Κοίμηση της πανυμνήτου και υπερενδόξου ευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας


Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού

Εγκώμιον στην Κοίμηση της πανυμνήτου και υπερενδόξου ευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας

Τι είναι αυτό το μυστήριο το μέγα, που συντελείται γύρω από το πρόσωπό σου, ιερή Μητέρα και Παρθένε; «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα σε μακαρίζουν, γιατί μονάχα Συ είσαι άξια για μακαρισμό!

Και να που όλες οι γενιές Σε μακαρίζουν. Εσένα είδαν οι θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, δηλαδή της Εκκλησίας, και σε μακάρισαν οι βασίλισσες, δηλαδή οι ψυχές των δικαίων, και θα σε υμνούν αιώνια. Γιατί Συ είσαι ο θρόνος ο βασιλικός, στον οποίον παραστέκονται Άγγελοι κοιτάζοντας τον Βασιλέα και Δημιουργό να κάθεται επάνω του.

Συ έγινες Εδέμ νοητή, πιο ιερή και πιο θεϊκή από την παλιά. Γιατί σε εκείνη την Εδέμ έμεινε ο Αδάμ ο γήϊνος, ενώ σ' Εσένα ο Κύριος του ουρανού.

Εσένα προεικόνισε η κιβωτός, γιατί Συ γέννησες τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, που καταπόντισε την αμαρτία και κατασίγησε τα κύματά της.

Εσένα προεικόνισε η βάτος, Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες, Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του νόμου και Σένα είχαν φανερά προτυπώσει η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών που 'χε βλαστήσει.

Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω από όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάτησε από Σένα με σώμα ανθώπινο.

Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε;

Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου; Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν Άγγελοι, έτσι κι εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σε μάς ο Θεός, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου που βλέπει τον Θεό.

Πού θα αποδώσουμε ακόμη τα κηρύγματα των Προφητών; Σ' Εσένα, αν θέλουμε να δείξουμε ότι είναι αληθινά! Γιατί, ποιο είναι το Δαβιτικό μαλλί του προβάτου που πάνω του έπεσε σαν βροχή ο Υιός του Θεού, που είναι συνάναρχος με τον Πατέρα; Δεν είσαι Συ ολοφάνερα;

Ποια είναι επίσης η Παρθένος, που ο Ησαϊας προορατικώς προφήτευσε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν τον Θεό, που είναι μαζί μας;

Και ποιο είναι το βουνό του Δανιήλ, από το οποίο κόπηκε πέτρα, αγκωνάρι, ο Χριστός, χωρίς να υποκύψει σε ανθρώπινο εργαλείο;

Ας έρθει ο Ιεζεκιήλ ο θεϊκότατος κι ας δείξει πύλη που έχει κλειστεί και που πέρασε από μέσα της μόνο ο Κύριος και παραμένει κλειστή.

Εσένα, λοιπόν, κηρύττουν οι Προφήτες. Εσένα διακονούν οι Άγγελοι και υπηρετούν οι Απόστολοι. Εσένα σήμερα, καθώς αναχωρούσες προς τον Υιό Σου, περιτριγύριζαν ψυχές Δικαίων και Πατριαρχών και το άπειρο πλήθος των θεοφόρων Πατέρων, που συγκεντρώθηκαν από τα πέρατα της γης, σαν μέσα σε σύννεφο, ψάλλοντας ύμνους ιερούς σ' Εσένα, την πηγή του ζωαρχικού σώματος του Κυρίου, πλημμυρισμένοι από τα θεία συναισθήματα.

Ω, πως η πηγή της ζωής μεταφέρεται προς την ζωήν δια μέσου του θανάτου! Πώς να ονομάσουμε το μυστήριο τούτο που σχετίζεται με Σένα; Θάνατο; Μα, αν και η πανίερη και μακαρία ψυχή Σου χωρίζεται από το αμίαντο σώμα Σου και αυτό το σώμα Σου παραδίδεται στην ταφή, όμως δεν παραμένει στο θάνατο κι ούτε διαλύεται από τη φθορά. Όπως ο ήλιος, ο ολόλαμπρος και πάντα φωτεινός, όταν σκεπαστεί για λίγο από το σώμα της σελήνης, φαίνεται σαν να χάνεται και το σκοτάδι να παίρνει τη θέση της λάμψης του, μα αυτός δεν χάνει το φως του, αλλά έχει μέσα του την πηγή του φωτός. Έτσι κι Εσύ, αν και καλύπτεσαι σωματικά από τον θάνατο για κάποιο χρονικό διάστημα, εντούτοις αναβλύζεις πλούσια, καθαρά κι ατέλειωτα τα νάματα του θείου φωτός και της αθάνατης ζωής, ποταμούς χάριτος και πηγές ιαμάτων.

Εσύ άνθισες σαν δένδρο γλυκύτατο κι είναι ο καρπός Σου ευλογία στο στόμα των πιστών! Γι' αυτό και δεν θα ονομάσω θάνατο την ιερή μετάστασή Σου, αλλά κοίμηση ή αποδημία ή ενδημία, για να εκφρασθώ καλύτερα, αφού, φεύγοντας από την κατοικία του σώματος, πηγαίνεις να κατοικήσεις στα καλύτερα, στα δεξιά του θρόνου του Υιού Σου.

Άγγελοι μαζί με Αρχαγγέλους Σε μεταφέρουν από τη γη στους ουρανούς. Καθώς περνάς ευλογείται ο αέρας και ο αιθέρας καθαγιάζεται. Χαίροντας υποδέχεται ο ουρανός την ψυχή Σου. Σε προϋπαντούν οι ουράνιες δυνάμεις με ύμνους ιερούς και τελετή χαρμόσυνη: «τις αυτή η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, εγκύπτουσα ωσεί όρθρος;». Είσαι ωραία, λένε οι ουράνιες δυνάμεις, σαν το φεγγάρι κι όλα τα Χερουβίμ εκπλήσσονται και τα Σεραφείμ Σε δοξάζουν, Εσένα που δεν ανέβηκες μονάχα ως τον ουρανό, σαν τον Προφήτη Ηλία, ούτε μονάχα μέχρι τον τρίτο ουρανό, σαν τον Απόστολο Παύλο, αλλά έφτασες μέχρις αυτόν τον θρόνο του Υιού Σου και στέκεις κοντά Του με πολλή κι ανείπωτη παρρησία.

Έγινες, λοιπόν, ευλογία για όλον τον κόσμο, αγιασμός για το σύμπαν, άνεση για τους κουρασμένους, παρηγοριά για τους πενθούντες, θεραπεία για τους αρρώστους, λιμάνι για του θαλασσοδαρμένους, συγχώρηση για τους αμαρτωλούς, παρηγοριά για τους λυπημένους, πρόθυμη βοήθεια για όλους που σε επικαλούνται, αρχή και μέση και τέλος όλων των αγαθών που ξεπερνούν τον νου μας.

Πώς υποδέχθηκε ο ουρανός αυτήν που έγινε πλατύτερη απ' αυτόν; Και πώς ο τάφος δέχθηκε Αυτήν που δέχθηκε μέσα Της τον Θεόν; Ω μνήμα ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και προσκυνητό, που και τώρα το περιποιούνται Άγγελοι, παρευρισκόμενοι με πολύν σεβασμό και φόβο, και άνθρωποι που έρχονται σ' αυτό με πίστη, τιμώντας το, προσκυνώντας το, φιλώντας το με μάτια και χείλια και με πόθο ψυχής αντλώντας πλούτο αγαθών.

Εμπρός, λοιπόν, ας ταξιδέψουμε νοερά μακριά απ' τη ζωή αυτή μαζί με την Παναγία, που φεύγει απ' τη γη αυτή.

Ελάτε όλοι με πόθο καρδιακό, ας κατεβούμε στον τάφο μαζί με την Παρθένο που κατέρχεται σ' αυτόν. Ας παρασταθούμε ολόγυρα στο ιερότατο κρεβάτι της.

Ας ψάλουμε ύμνους ιερούς, τέτοια περίπου λέγοντας μελωδικά άσματα: «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου». Χαίρε αμνάς που γέννησες τον Αμνό του Θεού. Χαίρε συ που είσαι πιο πάνω από τις αγγελικές δυνάμεις. Χαίρε η δούλη και Μητέρα του Θεού. Αμήν.

Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός


ΕΝΟΡΙΑΚΑ ΝΕΑ

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ





Η κοίμηση της Θεοτόκου. Ρωσική εικόνα του Θεοφάνη του Έλληνα (14ος   αιώνας).

Η κοίμηση της Θεοτόκου. Ρωσική εικόνα του Θεοφάνη του Έλληνα (14ος αιώνας).

+Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν

Τον Αύγουστο η Εκκλησία τιμά το τέλος της επίγειας ζωής της Παρθένου Μαρίας, τον θάνατο της την κοίμηση της όπως είναι πια γνωστή και σε αυτή τη λέξη περικλείονται το όνειρο, ηευλογία, η ειρήνη, η ηρεμία και η χαρά.

Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τις συνθήκες της κοίμησης τηςΠαναγίας, της Μητέρας του Κυρίου. Διάφορες ιστορίες και διηγήσεις, γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας από την εποχή της πρώτης Εκκλησίας, ακριβώς όμως λόγω της ποικιλότητας τους, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποστηρίξουμε την «ιστορικότητα» καμιάς από αυτές. Με τη γιορτή της Κοιμήσεως η μνήμη και η αγάπη της Εκκλησίας επικεντρώνονται όχι στην ιστορικότητα και πραγματικότητα του γεγονότος, την ήμερα και τον τόπο όπου αυτή η μοναδική γυναίκα, η Μητέρα όλων των μητέρων συμπλήρωσε την επίγεια ζωή της. Όπου και όποτε και αν συνέβη, η Εκκλησία αντίθετα τονίζει την ουσία και το νόημα του θανάτου της, μνημονεύοντας τον θάνατο αυτής της οποίας ο Υιός, σύμφωνα με την χριστιανική μας πίστη, νίκησε τον θάνατο, αναστήθηκε εκ των νεκρών και υποσχέθηκε σε μας την τελική ανάσταση και τη νίκητης αιώνιας ζωής.

Ο θάνατος της ερμηνεύεται με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την εικόνα της Κοιμήσεως που τοποθετείται στα προσκυνητάρια των εκκλησιών μας εκείνη την ημέρα, ως το κέντρο της όλης γιορτής. Η Μητέρα του Θεού έχει πεθάνει και βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατο. Οι απόστολοι του Χριστού είναι συγκεντρωμένοι γύρω της και πάνω ψηλά, στο κέντρο, βρίσκεται ο Χριστός, ο οποίος κρατά στα χέρια του τη Μητέρα του, ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί του. Εδώ βλέπουμε μαζί τον θάνατο και αυτό που ξεπεράστηκε με τον συγκεκριμένο θάνατο της Θεοτόκου: όχι το διχασμό αλλά την ένωση· όχι τη λύπη αλλά τη χαρά και κυρίως όχι τον θάνατο αλλά τη ζωή. «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε…»., ψάλλει η Εκκλησία ατενίζοντας αυτή την εικόνα.

Μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του βαθύτερου και πιο ωραίου ύμνου που απευθύνεται στην Θεοτόκο: «Χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας!» (Ακάθιστος Ύμνος). Το φως που εκχύνεται από την Κοίμηση προέρχεται ακριβώς από αυτή την ατελεύτητη, μυστική ήμερα. Μελετώντας αυτό τον θάνατο και βλέποντας αυτό το νεκροκρέβατο καταλαβαίνουμε ότι πλέον δεν υπάρχει θάνατος, ότι το γεγονός του θανάτου ενός προσώπου έγινε γεγονός ζωής, είσοδος εκεί όπου βασιλεύειη ζωή. Αυτή που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στο Χριστό, που τον αγάπησε μέχρι τέλους, συναντιέται μαζί του μπροστά στις λαμπρές πύλες του θανάτου και τότε ο θάνατος μετατρέπεται σε ευφρόσυνο συναπάντημα, η ζωή θριαμβεύει, η χαρά και η αγάπη κυριαρχούν πάνω σε όλα.

Για αιώνες η Εκκλησία ατενίζει και εμπνέεται από το θάνατο εκείνης που στάθηκε η μητέρα του Ιησού, που έδωσε ζωή στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας, που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά σ’ εκείνον μέχρι το τέλος, μένοντας μόνη κάτω από το σταυρό. Μελετώντας την Κοίμηση της η Εκκλησία ανακαλύπτει και βιώνει τον θάνατο όχι πλέον ως φόβο και τρόμο και τέλος, αλλά λαμπρή και αυθεντική αναστάσιμη χαρά «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος…». Εδώ, σ’ ένα από τους πρώτους ύμνους του όρθρου της γιορτής, βλέπουμε να εκφράζεται ηουσία αυτής της χαράς: «νέκρωσις άφθορος». Ποιό είναι όμως το νόημα αυτής της αντίθεσης των λέξεων; Κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, αποκαλύπτεται σε μας και γίνεται δική μας χαρά όλο το ευφρόσυνο μυστήριο αυτού του θανάτου, διότι η Παναγία, η Παρθένος Μαρία είναι μια από μας.

Αν θάνατος είναι ο φόβος και η θλίψη του χωρισμού, η κάθοδος στην απαίσια μοναξιά και το σκοτάδι, τότε τίποτα από όλα αυτά δεν τα συναντούμε στο θάνατο της Παναγίας, αφού η Κοίμησή της, όπως και ολόκληρη η ζωή της ήταν συνάντηση, αγάπη, κίνηση προς το αμάραντο και άδυτο φως της αιωνιότητας και είσοδος μέσα σ’ αυτό. Η τελεία αγάπη «έξω βάλλει τον φόβον», γράφει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο ευαγγελιστής της αγάπης (Α’ Ιωάν. δ’ 18). Συνεπώς δεν υπάρχει φόβος στην άφθορο και αθάνατο κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. Εδώ, ο θάνατος κατέρρευσε εκ των ένδον, απαλλάχτηκε από όλα αυτά που τον γεμίζουν με τρόμο και απελπισία. Ο ίδιος ο θάνατος μετατρέπεται σε θρίαμβο ζωής. Ο θάνατος γίνεται «αυγή μυστικής ημέρας». Γι’ αυτό η γιορτή δεν έχει καθόλου πόνο, νεκρώσιμους θρήνους και θλίψη, αλλά μόνο φως και χαρά. Είναι σαν να πλησιάζουμε τις θύρες του δικού μας αναπόφευκτου θανάτου και ξαφνικά τις βρίσκουμε ορθάνοικτες, γεμάτες φως από τη νίκη που πλησιάζει, από την ανατολή της βασιλείας του Θεού που είναι εγγύς.

Στη λάμψη αυτού του ασύγκριτου εόρτιου φωτός, σ’ αυτές τις αυγουστιάτικες μέρες που ο φυσικός κόσμος φτάνει στο αποκορύφωμα της ομορφιάς του και γίνεται ύμνος δοξολογίας και ελπίδας, σημείο του ερχομού ενός άλλου κόσμου, αντηχούν τα λόγια από τους ύμνους της Κοίμησης. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, παρθένε άχραντε· παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου» (Ωδή θ’). Ο θάνατος δεν είναι πια θάνατος. Ο θάνατος καταυγάζεται από την αιωνιότητα και την αθανασία. Ο θάνατος δεν είναι πια διχασμός αλλά ένωση, όχι λύπη αλλά χαρά, όχι ήττα αλλά νίκη. Αυτό λοιπόν γιορτάζουμε την ήμερα της Κοίμησης της πανάχραντου Μητέρας, αληθινή προτύπωση και πρόγευση και σκίρτημα χαράς για την ανατολή της μυστικής και ατελεύτητης ημέρας.

Μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Θεολόγος, Εκπαιδευτικός


απο το Blog θεομητορικό

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Για την Εκκλησία μας η Θεοτόκος είναι «του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις, των δακρύων της Εύας η λύτρωσις». Βοήθησε στη σάρκωση του Χριστού, εξυπηρέτησε την παγκόσμια σωτηρία γιατί μ' αυτήν πραγματοποιήθηκε η προαιώνια απόφαση του Θεού: η σάρκωση του Λόγου και η δική μας σωτηρία(Ιω. Δαμασκηνός).

Από τις Θεομητορικές εορτές ξεχωρίζει η εορτή της Κοιμήσεως (15 Αυγούστου). Με αυτήν η Εκκλησία μας εορτάζει την Κοίμηση της Θεοτόκου που περιλαμβάνει, πρώτο, το θάνατο και την ταφή της και, δεύτερο, την ανάσταση και τη μετάστασή της στους ουρανούς. Όπως λέει το κοντάκιο της εορτής, «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησε (τη Θεοτόκο), ως γαρ ζωής μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον». Ο Κύριος δηλαδή που είναι η πηγή της αληθινής ζωής, πήρε την ανθρώπινη σάρκα στην κοιλιά της Θεοτόκου και γεννήθηκε από αυτήν. Έτσι έκαμε την Παναγία Μητέρα του, μητέρα της ζωής, πηγή της ζωής.

Αφού ο Κύριος με το σταυρικό του θάνατο πάτησε και κατάργησε το θάνατο, ήταν φυσικό να ανεβάσει στους ουρανούς τη Μητέρα του και να της χαρίσει τη δόξα της αιωνιότητας. Όπως λένε τα τροπάρια της Κοιμήσεως, ο θάνατός της προμνηστεύεται τη ζωή. Αυτή που γέννησε τη ζωή, έχει μεταβεί στη ζωή. Έτσι ο θάνατός της ονομάζεται «αθάνατος Κοίμησις». Και όλα αυτά γιατί η Παναγία πρώτη μεταξύ των ανθρωπίνων πλασμάτων πραγματοποίησε τη θεοποίηση του ανθρώπου, που είναι η συνέπεια της σάρκωσης. Όπως ακριβώς το είπαν οι Πατέρες «Ο Θεός ενηθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». «Άνθρωπος γίνεται Θεός ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» (Μ. Αθανάσιος, ΒΕΠ 30, 119. Δοξαστικό αίνων, 25 Μαρτίου). Αυτήν τη θεοποίηση έδειξε η Θεοτόκος, γιατί, όπως λέει ο ιερός Καβάσιλας, φανέρωσε τον άνθρωπο όπως ήταν στην αρχή στον Παράδεισο, και όπως έπρεπε στη συνέχεια να γίνει. Με την Κοίμησή της προπορεύτηκε στη δόξα που μας περιμένει. Ωραία παρατηρήθηκε, «αυτή είναι δόξα μεγαλύτερη από όλαις τις δόξαις, οπού έλαβε η Θεοτόκος, να αναστηθεί πρωτύτερα από τον καιρό της αφθαρσίας, να δοξασθή προτού να γίνει η κρίσις και η εξέτασις, να λάβη την ανταπόδοσιν προτού να έλθη η ημέρα της ανταποδόσεως, να τιμηθή τέλος πάντων με προνόμια, όμοια με εκείνα του υιού της» (Νικήφόρος Θεοτόκης). Εκείνο δηλαδή που θα απολαύσουν οι πιστοί μετά τη δεύτερη έλευση του Κυρίου και γενική κρίση, προαπολαμβάνει κατεξοχήν η Μητέρα του Θεού. Έτσι εξηγείται γιατί η εορτή της Κοιμήσεως είναι στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα δεύτερο Πάσχα. Της «άλλης βιοτής της αιωνίου, την απαρχήν» που εορτάζουμε το Πάσχα, ο πρώτος καρπός είναι η δόξα της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Για την Κοίμηση της Θεοτόκου δεν έχουμε πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτή μαθαίνουμε από την «Απόκρυφον διήγησιν του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας», από το σύγγραμμα «Περί θείων ονομάτων» του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, από τα «Εγκώμια εις την Κοίμησιν» Πατέρων της Εκκλησίας όπως των αγίων Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέα Κρήτης, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά., καθώς και από τα τροπάρια που ψάλλει η Εκκλησία μας. Στα κείμενα αυτά διασώζεται η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας μας γι’ αυτό το Θεομητορικό γεγονός. Ένα κομμάτι της παράδοσης είναι άλλωστε και η ορθόδοξη εικονογραφία.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μάς δίνουν τα παραπάνω κείμενα, η Θεοτόκος ειδοποιήθηκε από άγγελο του Θεού για τον επικείμενο θάνατό της. Αφού στη συνέχεια ανέβηκε στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, κατέβηκε στο σπίτι της. Εκεί γνωστοποίησε στους γνωστούς της την αναχώρησή της απ’ αυτόν τον κόσμο και ετοίμασε τα της ταφής της. Γύρω από την κλίνη της Θεοτόκου συγκεντώθηκαν όλοι οι απόστολοι, εκτός από το Θωμά. Δύναμη του Αγίου Πνεύματος με σχήμα νεφέλης τους άρπαξε από τα διάφορα μέρη της οικουμένης, όπου κήρυσσαν και τους συγκέντρωσε στα Ιεροσόλυμα. «Το δε θεοδόχον αυτής σώμα μετά αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας εκκομισθέν και κηδευθέν, εν σορώ τη εν Γεσθημανή κατετέθη, εν ω τόπω επί τρεις ημέρας η των αγγέλων χοροστασία και υμνωδία διέμεινεν άπαυστος. Μετά δε την τρίτην ημέραν της αγγελικής υμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οι απόστολοι, ενός αυτοίς απολειφθέντος (του Θωμά που έλειπε) και μετά την τρίτην ελθόντος και το θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν. Και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθέντες (= γέμισαν από την ανείπωτη ευωδία που έβγαζαν) ησφάλισαν την σορόν». (Ιωάννου Δαμασκηνού, Β’ Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμησιν της Θεομήτορος, 18). Ο Υιός της που είχε σαρκωθεί από αυτήν, είχε δεχτεί στους ουρανού το άχραντο σώμα της και την αγία της ψυχή. Την ευσεβή αυτή παράδοση της Εκκλησίας μας συνοψίζει άριστα το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως, «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεσθημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».

Από το βιβλίο
«Ο μυστικός κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
τόμος α’
Χρήστου Γ. Γκότση
Εκδ. Αποστολική Διακονία


ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

ΕΝΟΡΙΑΚΑ ΝΕΑ

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Eugene Troubetskoi Το ουράνιο χρυσό: Η χρυσοκοντυλιά


Απόσπασμα από το φυλλάδιο : Δύο κόσμοι στην Ρώσικη εικονογραφία. Εκδόσεις του συγγραφέα. Μόσχα 1916.

Μετάφραση από τα Γαλλικά: Γιώργος Φωτόπουλος


Οι μεγάλοι ζωγράφοι της αρχαίας Ρώσικης εικονογραφίας όπως ακριβώς και οι θεμελιωτές του « συμβολικού » στην Ορθόδοξη τέχνη , οι Έλληνες εικονογράφοι , υπήρξαν χωρίς καμιά αμφιβολία δεινοί και βαθείς παρατηρητές του ουρανού και με τις δύο έννοιες του όρου. Ο φυσικός ουρανός προσφερόταν στα σωματικά τους μάτια και ενατένιζαν δια των πνευματικών οφθαλμών τον υπερβατικό ουρανό . Το θρησκευτικό τους βίωμα ζωντάνευε μέσα τους αυτό το δεύτερο ουρανό και η καλλιτεχνική τους δημιουργία έθετε σε αντιστοιχία τις δύο όψεις του ουρανού. Ο υπερβατικός ουρανός ενεγράφετο γι’ αυτούς στην ομορφιά της πολυχρωμίας ενός ουράνιου τόξου που χρησιμοποιεί όλους τους χρωματικούς τόνους . Μέσα σ’ αυτή την αντιστοιχία τίποτα δεν ήταν αυθαίρετο . Κάθε χρώμα , εφ’ όσον χρησιμοποιείται , κρύβει ένα ιδιαίτερο νόημα και κατέχει το λόγο αυτής της ιδιαιτερότητας . Το ότι αυτό το νόημα δεν μας είναι πάντα προφανές ή προσιτό προέρχεται αποκλειστικά από τη δική μας ανικανότητα :χάσαμε το κλειδί που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη μοναδική τέχνη στον κόσμο .

Στην εικονογραφία , η γκάμα των χρωμάτων που είναι επιφορτισμένα μ’ ένα νόημα είναι απεριόριστη , όπως ακριβώς οι φυσικές αποχρώσεις του ουρανού . Πριν απ’ όλα , φαίνεται , ο εικονογράφος χρησιμοποιεί ένα μεγάλο αριθμό αποχρώσεων του μπλε : μπλε σκούρο της έναστρης νύχτας , χτυπητό μπλε του ουρανού το καταμεσήμερο και την πληθώρα των απαλών μπλε του ουρανού στο τελείωμα της ημέρας που ποικίλουν από το μπλε τιρκουάζ ως το πράσινο-μπλε .Οι Ρώσοι που κατοικούν σε βόρειους τόπους έχουν πολύ συχνά την ευκαιρία να παρατηρήσουν αυτούς τους πρασινωπούς τόνους του μπλε μετά το ηλιοβασίλεμα . Ωστόσο το μπλε-ουρανί αποτελεί το συνηθισμένο φόντο στο οποίο ξεχωρίζει μια ατέλειωτη ποικιλία ουράνιων αποχρώσεων :το τρεμοφέγγισμα της έναστρης νύχτας , η αντανάκλαση της αυγής , οι μαύροι νυχτερινοί κύκλοι της καταιγίδας , η λάμψη του καιόμενου ηλιοβασιλέματος , το ουράνιο τόξο ,τέλος ,το χρυσαφί του μεσημεριού , όταν ο ήλιος φθάνει στο αποκορύφωμά του .

Η αρχαία Ρώσικη εικονογραφία , χρησιμοποιεί συμβολικά όλες αυτές τις αποχρώσεις . Οι εικονογράφοι γνώριζαν να τις χρησιμοποιούν ,ακριβώς για να διαφοροποιήσουν τον υπερβατικό ουρανό απ’ αυτόν εδώ κάτω , δηλαδή απ’ αυτόν του τομέα της ύπαρξής μας .Εδώ βρίσκεται το κλειδί που μας οδηγεί , δια του ωραίου, στην ανείπωτη κατανόηση του συμβολισμού των χρωμάτων της εικονογραφίας .

Να λοιπόν χωρίς αμφιβολία ο μίτος που μας καθοδηγεί : ο μυστικισμός της εικονογραφίας είναι πριν απ΄ όλα ένας μυστικισμός του ήλιου στο πιο υψηλό πνευματικό του νόημα .Όσο ωραία κι αν είναι τα άλλα χρώματα του ουρανού , το χρυσαφί του ήλιου στο ζενίθ του είναι αυτό που συμβολίζει « το φως των φώτων » , το « θαύμα θαυμάτων » . Όλα τα άλλα χρώματα προσδιορίζονται από την εξάρτησή τους σε σχέση με το ηλιακό χρυσό και συνθέτουν μια « τάξη » μια « ιεραρχία » γύρω απ’ αυτό .Το νυχτερινό μπλε , το τρεμοφέγγισμα των άστρων , το πυρπολούμενο φως του ήλιου που δύει εξαφανίζονται μπροστά του . Από το παιχνίδισμα των ακτίνων του ήλιου είναι που προσδιορίζονται όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου , διότι ο ήλιος αποτελεί στον ουρανό και κάτω απ΄ τον ουρανό την πηγή κάθε φωτός και κάθε χρώματος .

Έτσι στην εικονογραφία τα χρώματα , εστιάζονται γύρω από τον « ακοίμητο » ήλιο. Κάθε χρώμα του ουράνιου τόξου βρίσκει το νόημά του στην απεικόνιση μιας πλευράς της θείας δόξης που εκπηγάζει από την υπερβατικότητα . Αλλά ανάμεσα σ΄ όλα τα χρώματα μόνο το χρυσό του ήλιου υποδεικνύει το κέντρο της θείας ζωής και όλα τα άλλα περιστρέφονται γύρω απ΄ αυτό.

Μόνον ο Θεός ο οποίος αστράφτει όπως ο ήλιος είναι η πηγή του βασιλικού φωτός , τα άλλα χρώματα που τον περιβάλλουν εκφράζουν την αληθινή φύση της δημιουργίας , τον ουρανό και την « γη της δόξης » που συνιστούν τον ζωντανό ναό του Κυρίου , τον ναό που δεν έχει δημιουργηθεί από χέρι ανθρώπου .

Η εικονογραφία από μια βέβαιη μυστική ενόραση , φανέρωσε εκ των προτέρων το μυστήριο του ηλιακού φάσματος το οποίο ανακαλύφθηκε επιστημονικά λίγους αιώνες αργότερα . Είναι σαν να είχε « αισθανθεί » στην πολυφωνία των χρωμάτων την πολύχρωμη διάθλαση του μοναδικού μυστηρίου της θείας ζωής , της ηλιακής ζωής . Αυτό το θείο χρώμα φέρει στην εικονογραφία ένα ειδικό όνομα , αυτό της χρυσοκοντυλιάς . Ο τρόπος παρουσίασής του είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτος . Η χρυσοκοντυλιά δεν έχει ποτέ την συμπαγή όψη του χρυσού του κόσμου τούτου , μοιάζει μ’ ένα αέρινο αιθέριο ιστό από χρυσές ανάλαφρες ακτίνες που προέρχονται από τον Θεό και φωτίζουν με μία θεία λάμψη ό,τι τις περιτριγυρίζει . Κάθε φορά που βλέπουμε τη χρυσοκοντυλιά σε μία εικόνα , αυτό προϋποθέτει πάντα και δεικνύει την παρουσία του Θείου ως πηγής αυτής της χρυσοκοντυλιάς . Η χρυσοκοντυλιά εκφράζει τον δοξασμό από το θείο φως , πιο συγκεκριμένα δηλώνει την εισχώρηση στη θεία ζωή , αυτό που παρουσιάζεται σ’ αυτήν σαν κάτι πολύ κοντινό . Έτσι καλύπτονται με χρυσοκοντυλιά , τα ενδύματα της « Σοφίας », της « Σοφίας του Θεού »και τα ενδύματα της Μητέρας του Θεού κατά την μετάστασή της στους ουρανούς μετά την Κοίμηση .Συχνά επίσης η χρυσοκοντυλιά κάνει να τρεμοφέγγουν τα φτερά των Αγγέλων, επιχρυσώνει τις κορυφές των δένδρων του παραδείσου και καμιά φορά καλύπτουμε στις εικόνες τους τρούλους των Εκκλησιών . Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτοί οι τρούλοι , στην εικονογραφική τους απόδοση δεν είναι καλυμμένοι μ’ ένα συμπαγές στρώμα χρυσού , αλλά με ακτίνες και χρυσά τρεμοφεγγίσματα . Χάρη στην αιθέρια ελαφρότητά τους αυτές οι ακτίνες θυμίζουν ένα φως ζωντανό , ζεστό και σαν να κινείται . Κάνουν τα ρούχα του δοξασμένου Χριστού να αστραποβολούν , τα στολίδια και το θρόνο της Σοφίας να σπινθηροβολούν σαν από φωτιά , και τη ράχη των Εκκλησιών να καίγεται στους ουρανούς . Και ακριβώς απ’ αυτή τη ζωντανή λάμψη , απ’ αυτόν τον δυναμισμό που τρεμοφέγγει , η δόξα του επέκεινα διακρίνεται απ’ ό,τι είναι του Κόσμου τούτου , απ’ ό,τι δεν έχει ακόμα δοξασθεί .Αυτός ο κόσμος μπορεί να φτάνει στα ύψη , να μιμηθεί τη φλόγα : μόνο οι κορυφές της ζωής της Εκκλησίας λούζονται στο αληθινό φως . Και ο δυναμισμός του πνευματικού χρυσού φανερώνει σ’ αυτές τις κορυφές τη λάμψη του επέκεινα .

Αυτά τα χρώματα , μέσα στο συμβολισμό τους του επέκεινα , χρησιμοποιήθηκαν από τους αρχαίους Ρώσους εικονογράφους κυρίως στο Νόβγκοροντ , με μια εκπληκτική καλλιτεχνική διαίσθηση. Έτσι δε βρίσκουμε την χρυσοκοντυλιά σ’ όλες τις απεικονίσεις της επίγειας ζωής του Χριστού όπου υπογραμμίζεται η πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης Του , όπου η θεότητά Του κρύβεται κάτω από την « μορφή δούλου ». Αλλά επανεμφανίζεται η χρυσοκοντυλιά όταν ο εικονογράφος δείχνει το Χριστό δοξασμένο , και όταν θέλει ήδη να κάνει αισθητό ότι πλησιάζει ο δοξασμός Του . Βρίσκουμε συχνά τη χρυσοκοντυλιά στην απεικόνιση του νεογέννητου Χριστού , καθώς ο εικονογράφος καταφέρνει να υπογραμμίσει ότι αυτό το μικρό παιδί υπάρχει στην πραγματικότητα « προ των αιώνων » . Τα ενδύματα του Χριστού είναι στολισμένα με χρυσοκοντυλιά στην Μεταμόρφωση , στην Ανάσταση και στην Ανάληψη . Και ακόμα ο Χριστός αστράφτει απ’ αυτή την ειδική ακτινοβολία της θεότητας , όταν αποσπά τις ψυχές από τον Άδη και όταν ξαναβρίσκει τον ληστή στον Παράδεισο.

Κάθε φορά που οι εικονογράφοι έπρεπε να απεικονίσουν την διάκριση και την αλληλοπεριχώριση κτιστού και ακτίστου , χρησιμοποίησαν την χρυσοκοντυλιά με μία εντυπωσιακή τέχνη . Το ίδιο συμβαίνει για παράδειγμα και στις εικόνες που απεικονίζουν την Κοίμηση της Θεοτόκου . Στις καλύτερες απ’ αυτές τις εικόνες , βλέπουμε πράγματι με την πρώτη κιόλας ματιά ότι η Μητέρα του Θεού , ξαπλωμένη στη νεκρική κλίνη με σκουρόχρωμα ρούχα , ανάμεσα στους δικούς της , βρίσκεται σωματικά στο σχεδιάγραμμα της ενδοκοσμικής φύσης , όπως ακριβώς την βλέπουμε με τα γήινα μάτια μας . Αντιθέτως ο Χριστός που βρίσκεται όρθιος πίσω απ’ το κρεβάτι , με φωτεινά ενδύματα , κρατώντας στα χέρια του , την ψυχή της Μητέρας Του υπό την μορφή ενός νεογέννητου , δίνει την εντύπωση μιας εμφάνισης του αόρατου κόσμου. Λάμπει , αστράφτει , ακτινοβολεί και ξεχωρίζει από τα χρώματα , τα σκόπιμα βαριά του επίγειου πλάνου δια της αιθέριας ελαφρότητας των ακτίνων της χρυσοκοντυλιάς .

Ο Κόσμος των Εικόνων

Ευχαριστούμε την σελίδα "Ελληνικά Λειτουργικά Κείμενα" ,  

από την οποία αντλούμε τα υμνογραφικά. Η δουλειά τους είναι σπουδαία και αξίξει θερμά συγχαρητήρια.

Επίσης και όλες τίς άλλες σελίδες και ιστολόγια απ'τις οποίες ερανίζουμε την ποικιλλία των αναστάσιμων θεμάτων και των εικόνων προς δόξαν Αναστάντος Χριστού.

(Εικόνα προμετωπίδας από holytrinitybut.org)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ' αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ' αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ' αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. ( Αποκ. ΚΑ΄)

Eπίσης γράφω...

Περνούν και διαβάζουν...