Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον, Ιησούν τόν μόνον αναμάρτητον. Τόν σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνούμεν, και τήν αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν τήν του Χριστού αγίαν ανάστασιν· ιδού γαρ ήλθε διά του σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τόν Κύριον, υμνούμεν τήν ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν 

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Επ' ελπίδι Αναστάσεως


Α­πό­δει­πνο στο νε­κρο­τα­φεί­ο. Ο ή­λιος ε­τοι­μά­ζε­ται για βου­τιά πί­σω α­π’ το βου­νό κι εί­ναι τό­σο θελ­κτι­κό το φως του την ώ­ρα τού­τη που με προ­κα­λεί να κοι­τά­ξω α­πό το πλα­ϊ­νό μι­σο­γερ­μέ­νο πορ­τά­κι της εκ­κλη­σιάς. Φως ι­λα­ρόν πλημ­μυ­ρί­ζει τα μά­τια μου, δε­ή­σεις για τους α­δερ­φούς μου χα­ϊ­δεύ­ουν τ’ αυ­τιά μου. «Υ­πέρ των εν α­σθε­νεί­ας κα­τα­κει­μέ­νων…», η θύ­μη­ση στον πα­τέ­ρα μου και τους πο­λυ­ά­ριθ­μους κα­τοί­κους των νο­σο­κο­μεί­ων. Δά­κρυ­α στην ψυ­χή μου. «Δι’ ευ­χών» κι ό­σο να κοι­τά­ξω λί­γο ψη­λό­τε­ρα στα σύν­νε­φα χά­νε­ται κι η τε­λευ­ταί­α κου­κί­δα του η­λι­ά­το­ρα. Μέ­ρα α­κό­μα και οι λι­γο­στοί πι­στοί σκορ­πί­ζουν γρή­γο­ρα. Μό­νο η κυ­ρά Α­λε­ξάν­δρα, παίρ­νει τον κά­τω δρό­μο. 

- Που πας για­γιά; την ρω­τά­ω.

- Ε­μέ­να μ’ α­ρέ­σει α­πό ‘δω, μου α­παν­τά­ει. Να περ­νά­ω α­πό τον άν­τρα μου.

- Κι ε­μέ­να μ’ α­ρέ­σει α­πό ‘δω, συμ­φω­νώ μα­ζί της. Να θυ­μά­μαι πως θα πε­θά­νω κι ε­γώ μί­α μέ­ρα.

Κα­τη­φο­ρί­ζει στο κοι­μη­τή­ριο πί­σω α­πό το να­ό, φτά­νει στο μνή­μα. Το βή­μα της στα­θε­ρό, τα μά­τια της γε­μά­τα γλύ­κα κι η­ρε­μί­α. Ού­τε έ­να δά­κρυ. Το πα­ρα­μι­κρό τρε­μό­παιγ­μα στη φω­νή της. Μό­νο χα­ϊ­δεύ­ει και φι­λά­ει την φω­το­γρα­φί­α του α­γα­πη­μέ­νου της στο μαρ­μά­ρι­νο σταυ­ρό. «Να προ­σέ­χεις τα παι­διά», τού λέ­ει κι εί­ν’ η φω­νή της σί­γου­ρη πως ο άν­τρας της εί­ναι κον­τά στο Θε­ό και πρε­σβεύ­ει γι’ αυ­τούς με­τά των α­γί­ων. Ά­γιος άν­θρω­πος ο παπ­πούς, ξε­χω­ρι­στός. Πολλοί μι­λά­νε α­κό­μα γι’ αυ­τόν, χω­ρίς να βρί­σκουν α­κρι­βώς λό­για για να πε­ρι­γρά­ψουν τις α­ρε­τές του. 

Ύ­στε­ρα την ρω­τά­ω για την Βαγ­γε­λι­ώ που έ­φυ­γε λί­γες μέ­ρες τώ­ρα κι ό­σοι την α­γά­πα­γαν μνη­μο­νεύ­ουν τα χω­ρα­τά και την κα­λή της την καρ­διά. Μου δεί­χνει το φρέ­σκο μνή­μα κι ό­πως κά­νου­με να φύ­γου­με με μπά­ζει στην κά­μα­ρα με τα λεί­ψα­να ό­λων των κε­κοι­μη­μέ­νων. 

- Ε­σύ ποι­ούς έ­χεις ε­δώ για­γιά;

- Ε­δώ εί­ν’ ο πα­τέ­ρας μου κι η μά­να μου μα­ζί. Ε­δώ ο γιος μου, ο Στέ­λιος μου. Ε­δώ ο α­δερ­φός μου. Ε­δώ εί­ναι η τε­λευ­ταί­α κα­τοι­κί­α, ο Θε­ός να μας σχωρ­νά­ει, ο­λο­νών μας. Ε­δώ θ’ α­να­παυ­τεί η ψυ­χού­λα μας. 

Τό­σο φυ­σι­κά μου τα λέ­ει ό­λα. Κι ό­μως μι­λά­ει για το φο­βε­ρό­τε­ρο γε­γο­νός, την ση­μαν­τι­κό­τε­ρη στιγ­μή της ζω­ής της, την πιο α­κα­τα­νό­η­τη και πα­ρά­λο­γη, που δεν εί­ναι άλ­λη α­πό το ξαφ­νι­κό πέ­ρα­σμα α­πό το κα­τώ­φλι του θα­νά­του και της ζω­ής. «Έ­σχα­τος ε­χθρός κα­ταρ­γεί­ται ο θά­να­τος…» Σί­γα­σε μέ­σα της ο πό­νος της χα­ρο­κα­μέ­νης μι­κρο­μά­νας τό­σα χρό­νια τώ­ρα, στέ­ρε­ψαν τα δά­κρυ­α α­π’ τα σκαμ­μέ­να της μά­γου­λα, μέ­ρε­ψε κι ο πό­νος του χα­μού των γο­νι­ών της. Κι η α­βά­στα­χτη θλί­ψη για την α­πώ­λεια του α­γα­πη­μέ­νου της συν­τρό­φου έ­γι­νε πα­ρη­γο­ριά κι ελ­πί­δα α­να­στά­σι­μη και για το δι­κό της τέ­λος που πλη­σιά­ζει. 

«Χρι­στός α­νέ­στη εκ νε­κρών θα­νά­τω θά­να­τον πα­τή­σας και τοις εν τοις μνή­μα­σι ζω­ήν χα­ρι­σά­με­νος», θα ψελ­λί­σου­με σε λί­γες μέ­ρες. Πό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα το πι­στέ­ψου­με αυ­τή τη φο­ρά; Χρό­νο με το χρό­νο που ο Ά­δης μας θυ­μά­ται πιο συ­χνά κα­τα­λα­βαί­νω πιο κα­λά τι πά­ει να πει «τοις εν τοις μνή­μα­σι». Εί­ναι μου φαί­νε­ται οι μυ­ριά­δες στρα­τι­ές α­πο­λύ­τως μο­να­δι­κών και α­νε­πα­νά­λη­πτων προ­σω­πι­κο­τή­των στην αγ­κα­λιά του Θε­ού, πλά­ι στους αγ­γέ­λους. Κι ό­σο κα­τα­λα­βαί­νω το «τοις εν τοις μνή­μα­σι», άλ­λο τό­σο με­γα­λώ­νει η ελ­πί­δα μου για την α­πέ­ραν­τη α­γά­πη του ου­ρά­νιου πα­τέ­ρα μας που πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τον κα­θέ­να μας α­γα­πά­ει και πο­νά­ει το κά­θε πλά­σμα του ξε­χω­ρι­στά. Άλ­λο τό­σο με­γα­λώ­νει η ελ­πί­δα μου για το υ­πέρλογο γε­γο­νός της Α­να­στά­σε­ως.
«Άν­τε παι­δί μου, την ευ­χή μου, την ευ­χή του Χρι­στού και της Πα­να­γί­ας»

Γεια σου κυ­ρά-Α­λε­ξάν­δρα! Μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νη ό­πως μα­κραί­νεις, με τη με­γά­λη σου καρ­διά που την λεί­α­νε ο πό­νος, βάλ­σα­μο έ­γι­νες στη ρου­τί­να της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς μου. Γεύ­ση αι­ω­νι­ό­τη­τας η μορ­φή σου σή­με­ρα. Άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου το πέ­ρα­σμά σου απ το διά­βα μου. Άμ­πο­τε ν’ αν­τα­μω­θού­με με το κα­λό μί­α μέ­ρα και στον Πα­ρά­δει­σο… Α­μήν!
Αναστασία Χ''παύλου
ΠΗΓΗ: http://wwwtaxiarhes.blogspot.gr/2013/04/2.html

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

μέσον τεσσαρακοστής...






Λαμπροφοροῦντες ταῖς
 ἀρεταῖς προσέλθωμεν, τῆς ἐγκρατείας τὸ καθαρὸν κτησάμενοι, καὶ Σταυρὸν
τὸν τίμιον, βοῶντες προσκυνήσωμεν. Ἁγίασον ἡμῶν σὺν ταῖς ψυχαῖς, καὶ τὰ
σώματα, ἀξίωσον ἡμᾶς, καὶ τοῦ ἀχράντου Πάθους σου, ὁ μόνος Θεὸς ἁπάντων,
 χαριζόμενος ἡμῖν καὶ τὰ ἐλέη σου.


  Σήμερον τὸ προφητικὸν πεπλήρωται λόγιον· ἰδοὺ γὰρ προσκυνοῦμεν, εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες σου Κύριε, καὶ ξύλου σωτηρίας γευσάμενοι, τῶν ἐξ ἁμαρτίας παθῶν, ἐλευθερίας ἐτύχομεν, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε φιλάνθρωπε.


 Ὁ Σταυρός σου Κύριε ἡγίασται· ἐν αὐτῷ γὰρ γίνονται ἰάματα, τοῖς
ἀσθενοῦσιν ἐν ἁμαρτίαις, δι' αὐτοῦ σοι προσπίπτομεν· Ἐλέησον ἡμᾶς.



 Μόνον ἐπάγη τὸ ξύλον Χριστὲ τοῦ Σταυροῦ σου, τὰ θεμέλια ἐσαλεύθησαν τοῦ
 θανάτου Κύριε· ὃν γὰρ κατέπιε πόθῳ ὁ ᾍδης, ἀπέλυσε τρόμῳ, ἔδειξας ἡμῖν
τὸ σωτήριόν σου Ἅγιε, καὶ δοξολογοῦμέν σε, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς.



  Μέσης ἡμέρας σταυρουμένου σου, μέσον τῆς γῆς βουλήσει Κόσμου τὰ
πέρατα, μέσον φάρυγγος τοῦ δράκοντος, ἐξέσπασας Οἰκτίρμον· διὸ ἐν μέσῃ,
θείων ἑβδομάδι Νηστειῶν, προσκυνοῦντες δοξάζομεν τὸν τίμιον Σταυρόν σου,
 τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, βοῶντες, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.



 Χαρᾶς σημεῖον ὅπλον ἄρρηκτον, τῆς Ἐκκλησίας τεῖχος, Μαρτύρων καύχημα,
Ἀποστόλων ἐγκαλλώπισμα, Ἀρχιερέων σθένος, ἐνδυναμώσας τὴν ἐξασθενοῦσάν
μου ψυχήν, προσκυνεῖν σε ἀξίωσον, καὶ μέλπειν σοι βοῶντα· Τὸν Κύριον
ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.



Μεσότητι τῶν Νηστειῶν, τὸ πανσέβαστον Ξύλον, τοὺς πάντας εἰς
προσκύνησιν, προσκαλεῖται τοὺς ὅσοι, τὰ ἑαυτῶν παθήματα, τοῖς τοῦ
Χριστοῦ παθήμασιν, ἀξίως συναφικνοῦσι. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί,
προσκυνήσωμεν τὸ Ξύλον, τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου.


Τῆς Νηστείας
τὴν ὁδὸν μεσάσαντες, τὴν ἄγουσαν ἐπὶ τὸν Σταυρόν σου τὸν τίμιον, τὴν σὴν
 ἡμέραν ἰδεῖν, ἣν εἶδεν Ἀβραὰμ καὶ ἐχάρη, ὡς ἐκ τάφου τοῦ βουνοῦ, ζῶντα
λαβὼν τὸν Ἰσαάκ, εὐδόκησον καὶ ἡμᾶς, πίστει ῥυσθέντας τοῦ ἐχθροῦ, καὶ
Δείπνου μετασχεῖν τοῦ μυστικοῦ, ἐν εἰρήνῃ κράζοντας· ὁ φωτισμὸς καὶ ὁ
Σωτὴρ ἡμῶν, δόξα σοι.


  Μεσάσαντες τὸ πέλαγος τῆς ἐγκρατείας,
λιμένα ἐκδεχόμεθα τῆς σωτηρίας, τὸν καιρὸν τοῦ Πάθους σου, τοῦ ἑκουσίου
Κύριε, ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος καὶ οἰκτίρμων, καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνδόξου
Ἀναστάσεώς σου, ἐν εἰρήνῃ ἀξίωσον ἡμᾶς, θεάσασθαι φιλάνθρωπε.

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

H αισχύνη του Σταυρού

 
 
π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού 
 
Δεν υπάρχει άνθρωπος στη ζωή του, σε όποια ηλικία κι αν βρίσκεται, που να μη σηκώνει σταυρό. 
 
Είτε ο σταυρός είναι εσωτερικός και έχει να κάνει με τον χαρακτήρα, την κλειστότητα, τη αδυναμία αληθινής κοινωνίας με τους άλλους που κάνει τον άνθρωπο μελαγχολικό, είτε είναι εξωτερικός και έχει να κάνει με τον πόνο και την ασθένεια, την απόρριψη, τα προβλήματα, την αδικία, την φτώχεια, την καταστροφή, τον θάνατο ο σταυρός είναι δεδομένος. Γιατί όμως ο Χριστός, όταν μιλά στους μαθητές Του και σε όσους Τον ακολουθούν, ζητά από όποιον θέλει να Τον ακολουθήσει να απαρνηθεί τον εαυτό του και να σηκώσει το σταυρό του  (Μάρκ. 8, 34); Για ποιον σταυρό κάνει λόγο ο Κύριός μας; 
 
    Ο Χριστός δεν μιλά για τους σταυρούς της ίδιας της ζωής, του χαρακτήρα, του έσω και του έξω κόσμου. Μιλά για τον σταυρό της αυταπάρνησης και τον σταυρό της ακολούθησης του Ιδίου. Αυτοί οι σταυροί είναι ιδιαίτεροι και γι’ αυτό δυσβάσταχτοι. Έχουν ως άμεση συνέπεια την αισχύνη, την οποία βιώνει ο άνθρωπος από μέρους των άλλων. Την άρνησή τους να κατανοήσουν γιατί ο γνήσιος μαθητής του Χριστού επιλέγει να τους σηκώσει. Ενώ θα μπορούσε να αρκεστεί στους σταυρούς της ζωής, οι οποίοι απαιτούν πίστη για να μπορέσει ο άνθρωπος να τους αντέξει, ο Χριστός ζητά επιπλέον σταυρούς για εκείνον που θα διαλέξει να είναι δικός Του, μαθητής Του.
 
     Ο σταυρός της αυταπάρνησης είναι ο σταυρός της παραίτησης από το «εγώ». Αποτελεί μίμηση του Χριστού κατά πάντα. Ο Κύριός μας παραιτήθηκε από το να είναι μόνο Θεός και «προσέλαβε το ημέτερον φύραμα, κενώσας εαυτόν και γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2, 7-8).  Παραιτήθηκε όμως και από τα προνόμια που η ενωμένη με τη θεότητα ανθρώπινη φύση του προσέδιδε, δηλαδή την αθανασία και την καθυπόταξη των πάντων. Και ανέβηκε στο Σταυρό, ο οποίος αποτελεί το σημείο της μέχρις εσχάτων παραίτησης του Κυρίου από το «εγώ», χωρίς αυτό να σημαίνει περιφρόνησή του. Γιατί το «εγώ» δόθηκε από το Θεό στον άνθρωπο ως σημείο επίγνωσης της συγγένειας, αλλά και ταυτόχρονα, διαφορετικότητας της ύπαρξης από τους άλλους ανθρώπους, τον κόσμο, ακόμη και από τον ίδιο το Θεό.  Μέσα όμως από την παραίτηση από το «εγώ» ζητείται «το του ετέρου» (Α’ Κορ. 10,24). Ζητείται η αγάπη που φτάνει μέχρις εσχάτων. Ζητείται η θυσία. Ζητείται η σωτηρία των πάντων, για την οποία ο Χριστός, ανεβαίνοντας στο Σταυρό, θα φθάσει «μέχρις άδου ταμείων». Αυτόν τον σταυρό καλείται να σηκώσει ο καθένας που θέλει να γίνει μαθητής του Χριστού. Της αυταπάρνησης. της παραίτησης από το δικαίωμα. Από το θέλημα. Από την καθυπόταξη των πάντων. Ακόμη κι από την ίδια τη ζωή. Καλείται να σταυρώσει το «εγώ» του, χάριν του ετέρου. Αυτό σημαίνει να καταστήσει τη ζωή του διακονία των πάντων. 
 
Γνώμων ο πλησίον, όπου κι αν αυτός βρίσκεται. Και συμφέρον του πλησίον δεν είναι η υλική ανακούφιση, αλλά η σωτηρία του. Ο αληθινός μαθητής του Χριστού νοιάζεται και αφιερώνεται στη διακονία της σωτηρίας των ανθρώπων από το κακό και την αμαρτία. Νυχθημερόν προσεύχεται, παρακαλεί το Θεό για τον κόσμο. Νυχθημερόν έχει έγνοιά του πώς να προσφέρει στον πλησίον. Γνώση, χαρά, στήριξη, βοήθεια παντός είδους. Νυχθημερόν παραιτείται και από το δικαίωμα της αναγνώρισης του κόπου. Δεν εξαρτά την συνδρομή του στη σωτηρία των άλλων από το αν θα του αναγνωρίσουν τον κόπο του. Και τότε αξίζει αληθινά η παραίτηση από το «εγώ». Γιατί ο Θεός την αποδέχεται ως μίμησή Του και ενισχύει με τη χαρά της κοινωνίας μαζί του αυτόν που το αποφασίζει.
                
 Ο σταυρός της ακολούθησης του Χριστού είναι η κοινωνία με το πρόσωπο του Κυρίου στην Εκκλησία. Είναι η επιλογή να ακολουθήσει ο γνήσιος μαθητής του Χριστού την οδό του Ευαγγελίου. Δεν υπάρχει θέμα της ανθρώπινης ζωής στο οποίο να μην απαντά το Ευαγγέλιο. Είτε κατά γράμμα είτε κατά πνεύμα, το Ευαγγέλιο που ο Χριστός διακήρυξε και η Εκκλησία αγωνίζεται να εφαρμόσει, αποτελεί το κριτήριο της όντως ζωής. Και είναι Σταυρός η βίωση του Ευαγγελίου. Γιατί όποιος επιχειρεί να το εφαρμόσει στη ζωή του θα έρθει σε σύγκρουση με τον τρόπο του πολιτισμού. Με τους ανθρώπους. Θα λοιδορηθεί. θα περιφρονηθεί. Θα θεωρηθεί παρωχημένος. Θα γευτεί την αδιαφορία. Ακόμη και το μαρτύριο και το θάνατο. Και το Ευαγγέλιο αποκαλύπτει την ουσία της πίστης που είναι η σχέση με το Χριστό. Παντού στη ζωή της Εκκλησίας, είτε στα μυστήρια, είτε στη διδαχή, είτε στην ιεραποστολή το Ευαγγέλιο αποτυπώνεται. Πρωτίστως όμως στα πρόσωπα των Αγίων, τους οποίους έχουμε ως πρεσβευτές προς το Θεό, αλλά και ως πρότυπα στη ζωή μας. Το Ευαγγέλιο όμως δεν μονοπωλεί τον χρόνο μας. Γιατί ο Σταυρός Του δεν είναι ευχάριστος. Τη ζωή μας μονοπωλούν οι μέριμνες. Οι ηδονές. Οι οικείοι μας. Τα αγαθά μας. Η διαχείριση της καθημερινότητάς μας. Ο εικονικός κόσμος στον οποίο ζούμε. Το σκόρπισμα του χρόνου μας στις ποικίλες προκλήσεις. Ένα λείμμα αγωνίζεται για το Ευαγγέλιο. Και γι’  αυτό νιώθουμε ότι δεν ακούγεται σήμερα. Και ότι τελικά φέρει αισχύνη ο Σταυρός της ακολούθησης του Ευαγγελίου. Γιατί μένουμε μόνοι μας  στα περιβάλλοντα του κόσμου να ζητούμε «Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον» (Α’Κορ.  2,2). 
 
  Στη μέση της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας θέτει στο μέσο των ναών τον Τίμιο Σταυρό. Ατενίζοντας το Ξύλο της Ζωής και προσκυνώντας Το μας υπενθυμίζει ότι ο δρόμος που ο κόσμος θεωρεί αφορμή αισχύνης είναι αυτός που σώζει αιώνια τον άνθρωπο. Αυτόν που εξακολουθεί να μην αισχύνεται για την αμαρτωλότητά του, αλλά να περηφανεύεται. Αυτόν που έχει ως σημείο προόδου τα δικαιώματά του και το «εγώ» του και όχι την αγάπη. Αυτόν που λησμονεί το  Ευαγγέλιο και το υποκαθιστά από ιδέες, φιλοσοφίες, σοφίες του κόσμου, συζητήσεις για ασήμαντα και σημαντικά της παρούσης ζωής, χωρίς προοπτική αιωνιότητας. Αυτόν που δε διστάζει να εκμεταλλεύεται τον πλησίον του. Αυτόν που δεν γνωρίζει να συγχωρεί. Είναι αισχύνη από την μία ο δρόμος του Σταυρού, αλλά και λύτρωση από την άλλη.  Γιατί ο Σταυρωθείς διέρρηξε τα δεσμά του θανάτου και έδωσε τη χαρά της Ανάστασης. Κι αυτή η χαρά, που εκφράζεται μέσα από την αγάπη και τη θυσία, αλλά και την εφαρμογή του Ευαγγελίου λυτρώνει αληθινά. Και τότε μπορούμε και τους μικρότερους σταυρούς να τους σηκώσουμε.  Είναι ο Μείζων, ο Χριστός, που μας δίνει δύναμη. Μαζί Του λοιπόν ως την Ανάσταση! 
 

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

νηστευτές στο δρόμο

  


Ολόκληρη τη σαρακοστή νηστεύω. Νηστεύω, δηλαδή, από την Καθαρά
Δευτέρα μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής του Πάσχα. Νηστεύω γιατί έχω
μπροστά δρόμο, κι όταν έχεις δρόμο δεν θέλεις να βαρύνεις. Καθαυτή η
λέξη “σαρακοστή” δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά μέτρημα του δρόμου που
απομένει. Σα να λέει: “σαράντα μέρες υπολείπονται…”. Η σαρακοστή δεν
υπάρχει επειδή τάχα οι μέρες της είναι ιερότερες ή μαγικότερες! Υπάρχει
χάριν του τερματισμού της! Υπάρχει για να μυεί στην έννοια του οράματος,
 του καινούργιου που βρίσκεται στο τέρμα των σαράντα ημερών: στη
Μεγαλοβδομάδα και εν τέλει στην Ανάσταση! Κι έτσι, νηστευτής σημαίνει
ύπαρξη προσανατολισμένη στο μέλλον. Το να νηστεύω σημαίνει όχι απλώς να
δηλώνω, αλλά και να ζω με όλες τις διαστάσεις της ύπαρξής μου
(πνευματικές και βιολογικές αξεχώριστα) το ότι ο κόσμος τούτος, ο
βυθισμένος στη φθορά και στο άδικο, οφείλει να αλλάξει. Οφείλει να
βιωθεί ως ένας κόσμος ο οποίος δεν μπορεί να χορτάσει τον άνθρωπο που
διψά για ζωή. Κι όταν μιλάμε για αλλαγή του κόσμου, δε μιλάμε για
κατάργηση ή εξάτμισή του ή αντικατάστασή του από καποιο υπερπέραν.
Αλλαγή του κόσμου, στη χριστιανική οπτική, σημαίνει απελευθέρωσή του από
 κάθε θάνατο, κυριολεκτικό και μεταφορικό: από κάθε τι που νεκρώνει την
ανθρωπιά, που βάζει ημερομηνία λήξης στην αγάπη, που διακόπτει τον
έρωτα, που κολοβώνει το δίκιο. Μέχρι τη θανάτωση του θανάτου, δηλαδή
μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής του Πάσχα, μέχρι να ακουστεί η ιαχή
“Χριστός Ανέστη!”, έχουμε πόλεμο – όχι άραγμα, όχι ανεμελιά. Έχουμε
μπροστά μας δρόμο που περνά από Γολγοθά, από το κόστος δηλαδή, του να
αντιπολιτεύεσαι τον κόσμο τούτο. Κι ο δρόμος δεν προκύπτει αυτόματα! Τον
 φτιάνει η πράξη. Σαρακοστή, λοιπόν, σημαίνει άσκηση στη διάκριση.
Άσκηση στο να μην είμαι αδιάκριτος παμφάγος καταναλωτής ιδεών και
καταστάσεων, αλλά πηδαλιούχος του εαυτού μου. Ικανός στο να διακρίνω τι
δέχομαι και τι αρνούμαι. Η σαρακοστή, κοντολογής, είναι πράξη βαθειά
πολιτική και βαθειά θρησκευτκή ταυτόχρονα. Και η πίστη στην Ανάσταση
είναι πράξη για την Ανάσταση, στάση βαθειά πολιτική και βαθειά
θρησκευτική ταυτόχρονα, η στάση όσων αρνούνται να αναγνωρίσουν το
φασισταριό του θανάτου ως μοιραίο και αναπόφευκτο. Μεγάλη κουβέντα, και
μακάρι να την αντέξουμε! Και γι’ αυτό οι ευχές την περίοδο αυτή είναι
ευχές για κουράγια. “Καλή Σαρακοστή” σημαίνει καλό δρόμο. Μα, “καλή
Ανάσταση” σημαίνει πως ο δρόμος αυτός έχει ένα φτάσιμο: το καινούργιο
που σπάζει τη μιζέρια και την υποτέλεια.







ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ   (αρχισυντάκτης περιοδικού “Σύναξη”)




φωτογραφία: Η Ανάσταση (Mikhail Vrubel, 1856 – 1910)





από  stavrodromi

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Σαρακοστή: Πορεία προς το Πάσχα



Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.

Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιὰ ἔννοια ἑορτάζομεν» - καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε - θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν...;

Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις ἡ ἀπάντηση εἶναι: ἡ νέα ζωὴ ἡ ὁποία πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια ἀνέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου», προσφέρθηκε σὲ μᾶς, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό. Μᾶς δόθηκε τὴ μέρα ποὺ βαφτιστήκαμε, τὴ μέρα δηλαδὴ ποὺ ὅπως λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος: ... συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν (Ρωμ. 6,4).

Ἔτσι τὸ Πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη γίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔλαβε τὸ δῶρο αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ζήσει διὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ἀπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο. Μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: νικήθηκε ὁ θάνατος». Φυσικὰ ὑπάρχει ἀκόμα ὁ θάνατος, εἶναι σίγουρος, τὸν ἀντιμετωπίζουμε, καὶ κάποια μέρα θὰ ἔρθει καὶ γιὰ μᾶς. Ἀλλὰ ὅλη ἡ πίστη μας εἶναι ὅτι μὲ τὸ δικό Του θάνατο ὁ Χριστὸς ἄλλαξε τὴ φύση ἀκριβῶς τοῦ θανάτου. Τὸν ἔκανε πέρασμα - διάβαση», Πάσχα» - στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μεταμορφώνοντας τὴ δραματικότερη τραγωδία σὲ αἰώνιο θρίαμβο, σὲ νίκη. Μὲ τὸ θανάτῳ θάνατον πατήσας», μᾶς ἔκανε μέτοχους τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀκριβῶς γι αὐτὸ στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἀνάστασης - στὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου - λέμε θριαμβευτικά: Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι».

Τέτοια εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ φανερώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἀναρίθμητων ἁγίων της. Ἀλλὰ μήπως δὲ ζοῦμε καθημερινὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ πίστη σπάνια γίνεται καὶ δική μας ἐμπειρία; Μήπως δὲ χάνουμε πολὺ συχνὰ καὶ δὲν προδίνουμε αὐτὴ τὴ νέα ζωὴ ποὺ λάβαμε σὰν δῶρο, καὶ στὴν πραγματικότητα ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ σὰν νὰ μὴν ἔχει νόημα γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς; Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας μας, τῆς ἀνικανότητάς μας νὰ ζοῦμε σταθερὰ μὲ πίστη ἐλπίδα καὶ ἀγάπη», στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἀνέβασε ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε: Ζητεῖτε πρώτον τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ. Ἁπλούστατα ἐμεῖς ξεχνᾶμε ὅλα αὐτὰ γιατὶ εἴμαστε τόσο ἀπασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στὶς καθημερινὲς ἔγνοιες μας καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ξεχνᾶμε, ἀποτυχαίνουμε. Μέσα σ αὐτὴ τὴ λησμοσύνη, τὴν ἀποτυχία καὶ τὴν ἁμαρτία ἡ ζωή μας γίνεται ξανὰ παλαιὰ», εὐτελής, σκοτεινὴ καὶ τελικὰ χωρὶς σημασία, γίνεται ἕνα χωρὶς νόημα ταξίδι γιὰ ἕνα χωρὶς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε νὰ ξεχνᾶμε ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο καὶ τελικά, ἐντελῶς αἰφνιδιαστικά, μέσα στὶς «ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς» μᾶς ἔρχεται τρομακτικός, ἀναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεῖ κατὰ καιροὺς νὰ παραδεχόμαστε τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας καὶ νὰ τὶς ἐξομολογούμαστε, ὅμως ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν ἀναφέρουμε τὴ ζωή μας σ᾿ ἐκείνη τὴ νέα ζωὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε καὶ μᾶς ἔδωσε. Πραγματικὰ ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἦρθε ποτὲ Ἐκεῖνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἁμαρτία, ἡ ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ἀπύθμενη θλίψη καὶ τραγωδία ὅλων τῶν κατ᾿ ὄνομα χριστιανῶν.

Ἂν τὸ ἀναγνωρίζουμε αὐτό, τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τί εἶναι τὸ Πάσχα καὶ γιατὶ χρειάζεται καὶ προϋποθέτει τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατὶ τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλος ὁ κύκλος τῶν ἀκολουθιῶν της ὑπάρχουν, πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ξαναβροῦμε τὸ ὅραμα καὶ τὴν γεύση αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς, ποὺ τόσο εὔκολα χάνουμε καὶ προδίνουμε, καὶ ὕστερα νὰ μπορέσουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν Ἐκκλησία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ ἐπιθυμοῦμε κάτι ποὺ δὲν τὸ ξέρουμε; Πῶς μποροῦμε ἂν βάλουμε πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο στὴ ζωή μας κάτι ποὺ ποτὲ δὲν ἔχουμε δεῖ καὶ δὲν ἔχουμε χαρεῖ; Μὲ ἄλλα λόγια: πῶς μποροῦμε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσουμε μιὰ Βασιλεία γιὰ τὴν ὁποία δὲν ἔχουμε ἰδέα; Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ εἶναι ἀκόμα καὶ τώρα ἡ εἴσοδος καὶ ἡ ἐπικοινωνία μας μὲ τὴ νέα ζωὴ τῆς Βασιλείας. Μέσα ἀπὸ τὴ λειτουργική της ζωὴ ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἐκεῖνα ποὺ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Κορ. 2,9). Καὶ στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, σὰν καρδιά της καὶ μεσουράνημά της - σὰν ἥλιος ποὺ οἱ ἀκτίνες του διαπερνοῦν καθετὶ - εἶναι τὸ Πάσχα. Τὸ Πάσχα εἶναι ἡ πόρτα, ἀνοιχτὴ κάθε χρόνο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὑπέρλαμπρη Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πρόγευση τῆς αἰώνιας χαρᾶς ποὺ μᾶς περιμένει, εἶναι ἡ δόξα τῆς νίκης ἡ ὁποία ἀπὸ τώρα, ἂν καὶ ἀόρατη, πλημμυρίζει ὅλη τὴν κτίση: νικήθηκε ὁ θάνατος».

Ὁλόκληρη ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὀργανωμένη γύρω ἀπὸ τὸ Πάσχα, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λειτουργικὸς χρόνος, δηλαδὴ ἡ διαδοχὴ τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν ἑορτῶν, γίνεται ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα στὸ Πάσχα, ποὺ εἶναι τὸ Τέλος καὶ ποὺ ταυτόχρονα εἶναι ἡ Ἀρχή. Εἶναι τὸ τέλος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὰ παλαιὰ» καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς «νέας ζωῆς», μιὰ συνεχὴς «διάβαση ἀπὸ τὸν «κόσμο τοῦτο» στὴν Βασιλεία ποὺ ἔχει ἀποκαλυφτεῖ ἐν Χριστῷ.

Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἡ παλαιὰ» ζωή, ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μικρότητας, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξεπεραστεῖ καὶ ν᾿ ἀλλάξει. Τὸ Εὐαγγέλιο περιμένει καὶ ζητάει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνει μιὰ προσπάθεια ἡ ὁποία, στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται τώρα ὁ ἄνθρωπος, εἶναι οὐσιαστικὰ ἀπραγματοποίητη. Ἀντιμετωπίζουμε μία πρόκληση. Τὸ ὅραμα, ὁ στόχος, ὁ τρόπος τῆς νέας ζωῆς εἶναι γιὰ μᾶς μία πρόκληση ποὺ βρίσκεται τόσο πολὺ πάνω ἀπὸ τὶς δυνατότητές μας!

Γι᾿ αὐτό, ἀκόμα καὶ οἱ Ἀπόστολοι, ὅταν ἄκουσαν τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου Τὸν ρώτησαν ἀπελπισμένα: τὶς ἄρα δύναται σωθῆναι; (Ματθ. 19,26). Στ ἀλήθεια δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ν ἀπαρνηθεῖς ἕνα ἀσήμαντο ἰδανικὸ ζωῆς καμωμένο μὲ τὶς καθημερινὲς φροντίδες, μὲ τὴν ἀναζήτηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, μὲ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν ἀπόλαυση καὶ νὰ δεχτεῖς ἕνα ἄλλο ἰδανικὸ ζωῆς τὸ ὁποῖο βέβαια δὲν στερεῖται καθόλου τελειότητας στὸ σκοπὸ του: Γίνεσθε τέλειοι ὡς ὁ Πατὴρ ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν. Αὐτὸ ὁ κόσμος μὲ ὅλα του τὰ μέσα» μᾶς λέει: νὰ εἶσαι χαρούμενος, μὴν ἀνησυχεῖς, ἀκολούθα τὸν «εὐρὺ» δρόμο. Ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο λέει: διάλεξε τὸ στενὸ δρόμο, ἀγωνίσου καὶ ὑπόφερε, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴ μόνη ἀληθινὴ εὐτυχία. Καὶ ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν βοηθάει πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ φοβερὴ ἐκλογὴ; Πῶς μποροῦμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν ὑπέροχη ὑπόσχεση ποὺ μᾶς δίνεται κάθε χρόνο τὸ Πάσχα; Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ἐμφανίζεται ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Αὐτὴ εἶναι ἡ χείρα βοηθείας» ποὺ ἁπλώνει σὲ μᾶς ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι τὸ σχολεῖο τῆς μετάνοιας ποὺ θὰ μᾶς δώσει δύναμη νὰ δεχτοῦμε τὸ Πάσχα ὄχι σὰν μιὰ ἁπλὴ εὐκαιρία νὰ φᾶμε, νὰ πιοῦμε, ν᾿ ἀναπαυτοῦμε, ἀλλά, βασικά, σὰν τὸ τέλος τῶν «παλαιῶν» ποὺ εἶναι μέσα μας καὶ σὰν εἴσοδό μας στὸ νέο.

Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ὁ βασικὸς σκοπὸς τῆς Σαρακοστῆς ἦταν νὰ προετοιμαστοῦν οἱ Κατηχούμενοι, δηλαδὴ οἱ νέοι ὑποψήφιοι χριστιανοί, γιὰ τὸ βάπτισμα πού, ἐκεῖνο τὸν καιρό, γίνονταν στὴ διάρκεια τῆς ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία δὲν βαφτίζει πιὰ τοὺς χριστιανοὺς σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ ὁ θεσμὸς τῆς κατήχησης δὲν ὑπάρχει πιά, τὸ βασικὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς παραμένει τὸ ἴδιο. Γιατί, ἂν καὶ εἴμαστε βαφτισμένοι, ἐκεῖνο ποὺ συνεχῶς χάνουμε καὶ προδίνουμε εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λάβαμε στὸ Βάπτισμα. Ἔτσι τὸ Πάσχα γιὰ μᾶς εἶναι ἡ ἐπιστροφή, ποὺ κάθε χρόνο κάνουμε, στὸ βάπτισμά μας καὶ ἑπομένως ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ προετοιμασία μας γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιστροφὴ - ἡ ἀργὴ ἀλλὰ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ πραγματοποιήσουμε τελικὰ τὴ δική μας διάβαση», τὸ Πάσχα» μας στὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Τὸ ὅτι, καθὼς θὰ δοῦμε, οἱ ἀκολουθίες στὴ σαρακοστιανὴ λατρεία διατηροῦν ἀκόμα καὶ σήμερα τὸν κατηχητικὸ καὶ βαπτιστικὸ χαρακτήρα, δὲν εἶναι γιατὶ διατηροῦνται «ἀρχαιολογικὰ» ἀπομεινάρια, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ζωντανὸ καὶ οὐσιαστικὸ γιὰ μᾶς. Γι αὐτὸ κάθε χρόνο ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα εἶναι, μιὰ ἀκόμα φορά, ἡ ἀνακάλυψη καὶ ἡ συνειδητοποίηση τοῦ τί γίναμε μὲ τὸν «διὰ βαπτίσματός» μας θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση.

Ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα! Καθὼς τὸ ἀρχίζουμε, καθὼς κάνουμε τὸ πρῶτο βῆμα στὴ χαρμολύπη» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς βλέπουμε - μακριά, πολὺ μακριὰ - τὸν προορισμό. Εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Λαμπρῆς, εἶναι ἡ εἴσοδος στὴ δόξα τῆς Βασιλείας. Εἶναι αὐτὸ τὸ ὅραμα, ἡ πρόγευση τοῦ Πάσχα, ποὺ κάνει τὴ λύπη τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς χαρά, φῶς, καὶ τὴ δική μας προσπάθεια μιὰ πνευματικὴ ἄνοιξη». Ἡ νύχτα μπορεῖ νὰ εἶναι σκοτεινὴ καὶ μεγάλη, ἀλλὰ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τοῦ δρόμου μιὰ μυστικὴ καὶ ἀκτινοβόλα αὐγὴ φαίνεται νὰ λάμπει στὸν ὁρίζοντα. Μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς προσδοκίας ἡμῶν, Φιλάνθρωπε!»



 π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν - Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία πρὸς τὸ Πάσχα

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1999

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΜΟΝΑΞΙΆ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΊΟΥ π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ



Μέ το περιστατικό του Ζακχαίου γίνεται εμφανές ότι ό άνθρωπος πρέπει να κατεβεί άπ’ το μυαλό στην καρδιά για να συναντήσει το Χριστό, ενώ το περιστατικό της Χαναναίας υποδηλώνει ότι για να επιτύχει ό άνθρωπος αυτή τη συνάντηση, πρέπει να ανακαλύψει καί να χρησιμοποιήσει μια διάσταση της υπάρξεως του πού ονομάζουμε πίστη καί πού έχει τη δυνατότητα να τον φέρει σε επαφή με την υπερβατική πραγματικότητα πού είναι η κατεξοχήν πραγματικότητα.

Η πίστη δεν είναι ο διανοητικός καταναγκασμός πού ξέρει ό δυτικός χριστιανισμός, σύμφωνα με τον όποιο ό άνθρωπος πρέπει να πιστέψει επειδή υπάρχει το Α ή το Β λογικό επιχείρημα. Η πίστη δεν είναι μια τυφλή αποδοχή πραγματικοτήτων τις οποίες δεν έχει προσωπικά διαπιστώσει ο άνθρωπος, αλλά είναι ο δρόμος καί ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος κάνει αυτές τις διαπιστώσεις.

Η ορθόδοξη πνευματική παράδοση δεν ζητάει από τον άνθρωπο να δεχθεί κάτι πού δεν έχει διαπιστώσει. Δεν τον αναγκάζει να δεχθεί ότι ο Ίησούς είναι «όν έγραψε ο Μωϋσής εν τω νόμω καί οι προφήται», δηλαδή ο Σωτήρας, αλλά του ζητάει να έλθει καί να δει με τα ίδια του τα μάτια, «έρχου καί ίδε».

Η δεύτερη λοιπόν προϋπόθεση για τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό είναι η αναζήτηση Του από τον άνθρωπο με αυτή τη διάσταση της υπάρξεως του πού μόνη έχει αυτή τη δυνατότητα.

Η τρίτη προϋπόθεση γι’ αυτή τη συνάντηση είναι η εγκατάλειψη της απατηλής καί ανυπόστατης πίστεως του ανθρώπου στη δική του θεότητα. Δεν μπορεί ό άνθρωπος να συναντήσει τον πραγματικό Θεό όσο συνεχίζει να λατρεύει ως Θεό τον εαυτό του καί όσο συνεχίζει να περιμένει τη σωτηρία από τον εαυτό του, όπως έκανε ο Φαρισαίος της παραβολής, ο όποιος προσευχήθηκε «σταθείς προς εαυτόν». Ο Φαρισαίος δεν μπορούσε να συναντήσει το Θεό καί να νιώσει την παρουσία Του γιατί δεν στρεφόταν προς το Θεό αλλά προς τον εαυτό του.

Ο Φαρισαίος στην πραγματικότητα δεν πίστευε στο Θεό, γιατί δεν είχε ποτέ του γεύση του Θεού καί δεν γεύθηκε το Θεό γιατί δεν τον αναζήτησε.

Ο Φαρισαίος δεν πάει στο Ναό για να συναντήσει το Θεό, αλλά γιατί χρειάζεται έναν επίσημο χώρο για να αύτοαποθεωθεί.

«Ολοι, αν ψάξουμε,θα βρούμε ένα τέτοιο στοιχείο αυτοαποθεώσεως στη συμμετοχή μας στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Το στοιχείο αυτό μπορούμε να το βρούμε καί σε όλες εκείνες τις δραστηριότητες της καθημερινής μας ζωής, πού μας αρέσει να αποκαλούμε αρετές καί με τίς όποιες επιδιώκουμε την αυτοδικαίωσή μας.

Η προσπάθεια του Φαρισαίου να αυτοαποθεωθεί είναι ένδειξη μιας βαθιάς εσωτερικής απελπισίας, πού προέρχεται από την αδυναμία του να βρει τον πραγματικό Θεό καί τελικά δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο γιατί τον απομακρύνει όλο καί περισσότερο από το Θεό• καί όσο πιο πολύ απομακρύνεται από το Θεό τόσο περισσότερη απελπισία αισθάνεται καί τόσο περισσότερο εντείνει την αυτοαποθέωσή του.

«Ακόμη ο Φαρισαίος αισθάνεται την ανάγκη να αυτοεξυψωθεί, γιατί στην πραγματικότητα βαθιά μέσα του αυτοπεριφρονείται.Επειδή όμως δεν μπορεί πραγματικά να εξυψώσει τον εαυτό του, χαμηλώνει τους άλλους για να κερδίσει από τη σύγκριση. Ταπεινώνοντας όμως τους άλλους, τους απορρίπτει και απορρίπτοντας τους, τους αποκόπτει και αποκόπτεται απ’αυτούς. Έτσι, δεν μπορεί να συναντήσει ούτε το Θεό ούτε το συνάνθρωπο και δοκιμάζει μια συγκλονιστική υπαρξιακή μοναξιά.

Γι’αυτό η Εκκλησία προβάλλει σ’αυτό το πρώιμο στάδιο της λειτουργικής διαδικασίας πού οδηγεί στη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό την κατάντια του Φαρισαίου,γιατί όσο ο άνθρωπος παραμένει σε μια ανάλογη κατάντια, αυτή η συνάντηση είναι εντελώς αδύνατη.


π.Φιλόθεος Φάρος»Πριν και μετά το Πάσχα»Εκδ.Ακρίτας

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Πατὴρ Σεραφεὶμ Ρόουζ: Τί μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς κεκοιμημένους;

Τὸ ἀκόλουθο περιστατικὸ μᾶς δείχνει πόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ τέλεση μνημόσυνου στὴ Θεία Λειτουργία. Πρὶν τὴν ἀφαίρεση τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Τσερνίγκωφ (1896), ὁ φημισμένος Στάρετς Ἀλέξιος (1916), ἱερομόναχος τοῦ Ἐρημητηρίου τοῦ Γκολοσεγιέφσκυ τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὁ ὁποῖος διεξήγαγε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων, ἀποκαμωμένος καθὼς καθόταν δίπλα στὰ λείψανα, λαγοκοιμήθηκε καὶ εἶδε μπροστά του τὸν ἅγιο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Σ’ εὐχαριστῶ ποὺ κοπιάζεις γιὰ μένα καὶ σὲ παρακαλῶ θερμά, ὅταν τελέσεις τὴ θεία λειτουργία, νὰ μνημονεύσεις τοὺς γονεῖς μου» - καὶ ἔδωσε τὰ ὀνόματά τους.

«Πῶς μπορεῖς ἐσύ, Ω Ἅγιε, νὰ ζητᾶς τὶς δικές μου προσευχές, ὅταν ἐσὺ ὁ ἴδιος στέκεσαι στὸν οὐράνιο Θρόνο καὶ ἱκετεύεις τὸ Θεὸ νὰ δωρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἔλεός Του»; ρώτησε ὁ ἱερομόναχος.

«Ναί, αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια», ἀπάντησε ὁ ἅγιος Θεοδόσιος, «ἀλλὰ ἡ προσφορὰ στὴ θεία λειτουργία ἔχει περισσότερη δύναμη ἀπὸ τὴν προσευχή μου».

Ἔτσι λοιπόν, οἱ παννυχίδες καὶ ἡ κατ’ οἶκον προσευχὴ γιὰ τοὺς νεκροὺς εἶναι εὐεργετικὲς γιὰ τὴν ψυχή τους, ὅπως ἐξάλλου εἶναι καὶ οἱ εἰς μνήμην τους ἀγαθοεργίες, ὅπως ἐλεημοσύνες ἢ συνεισφορὲς στὴν ἐκκλησία. Ὅμως ἰδιαιτέρως εὐεργετικὴ εἶναι ἡ τέλεση μνημόσυνου στὴν Θεία Λειτουργία πολλὲς ἐμφανίσεις νεκρῶν καὶ ἄλλα περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν σημειωθεῖ ἐπιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ πέθαναν ἐν μετανοία, ἀλλὰ ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ ἐκφράσουν ἔμπρακτα τὴ μετάνοιά τους ὅσο ζοῦσαν, ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὰ μαρτύρια καὶ βρῆκαν ἀνάπαυση. Στὴν Ἐκκλησία πάντοτε προσφέρονται προσευχὲς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν νεκρῶν, καὶ μάλιστα τὴν ἡμέρα τῆς Καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὸν ἑσπερινό τῆς γονυκλισίας, ὑπάρχει μία εἰδικὴ εὐχὴ «γιὰ τοὺς εὐρισκομένους στὸν ἅδη».

Οἱ προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας δὲν μποροῦν νὰ σώσουν τὸν οἱονδήποτε δὲν ἐπιθυμεῖ τὴ σωτηρία του, ἢ αὐτὸν ποὺ ποτὲ δὲν ἀγωνίστηκε ὁ ἴδιος νὰ τὴν κατακτήσει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του.

Κατὰ μία ἔννοια, θὰ μποροῦσε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας ἢ τοῦ κάθε χριστιανοῦ ξεχωριστὰ γιὰ κάποιο νεκρὸ δὲν προκύπτουν παρὰ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ τρόπου ζωῆς του: κανεὶς δὲν θὰ προσευχόταν γι’ αὐτὸν ἐὰν δὲν εἶχε κάνει κάτι ὅσο ζοῦσε ποὺ νὰ ἐμπνέει μία τέτοια προσευχὴ μετὰ τὸ θάνατό του.

Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀγάπη του γιὰ τοὺς νεκροὺς καὶ νὰ τοὺς βοηθήσει οὐσιαστικά, μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει προσευχόμενος ὑπὲρ τῶν ψυχῶν τους, καὶ εἰδικότερα μνημονεύοντας αὐτοὺς στὴ Θεία Λειτουργία, ὅταν οἱ μερίδες ποὺ ἀποκόπτονται γιὰ ζῶντες καὶ νεκροὺς ἀφήνονται νὰ πέσουν μέσα στὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου μὲ τὶς λέξεις: «Ἀπόπλυνον Κύριε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τῷ Αἵματί σου τῷ Ἁγίω….».

Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε καλύτερο ἢ σπουδαιότερο γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἀπὸ τὸ νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτούς, προσφέροντάς τους μνημόσυνο στὴ Θεία Λειτουργία. Τὸ ἔχουν πάντα ἀνάγκη, εἰδικὰ κατὰ τὴ διάρκεια ἐκείνων τῶν σαράντα ἡμερῶν ὅπου ἡ ψυχὴ τοῦ ἀπελθόντος πορεύεται πρὸς τὶς αἰώνιες κατοικίες…

Ἀξίζει λοιπὸν νὰ φροντίσουμε γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, προκειμένου νὰ κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιὰ τὶς ψυχές τους, ἐνθυμούμενοι ὅτι: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν».

Aπὸ τὸ βιβλίο: "Ἡ ψυχὴ μετὰ τὸν Θάνατο"
π. Σεραφεὶμ Ρόουζ
Ἔκδ: Μυριόβιβλος

Αναδημοσίευση από: Αναστάσιος

Ευχαριστούμε την σελίδα "Ελληνικά Λειτουργικά Κείμενα" ,  

από την οποία αντλούμε τα υμνογραφικά. Η δουλειά τους είναι σπουδαία και αξίξει θερμά συγχαρητήρια.

Επίσης και όλες τίς άλλες σελίδες και ιστολόγια απ'τις οποίες ερανίζουμε την ποικιλλία των αναστάσιμων θεμάτων και των εικόνων προς δόξαν Αναστάντος Χριστού.

(Εικόνα προμετωπίδας από holytrinitybut.org)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ' αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ' αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ' αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. ( Αποκ. ΚΑ΄)

Eπίσης γράφω...

  • - Ο Σωτήρας μας Χριστός δεν έδωσε το ζων ύδωρ μόνο στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους. Το έδωσε κι εξακολουθεί να το δίνει μέχρι σήμερα σε κάθε άνθρωπο ...
    Πριν από 3 μήνες
  • - Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό "Νέα εστία" το 1933 πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. [...Είχα διηγηθεί άλλοτε την...
    Πριν από 6 χρόνια
  • - Λόγω περιορισμένου χρόνου και αποκλειστικής σχεδόν πλέον ενασχόλησης με το fb, αναστέλλεται η λειτουργία των εξής τριών ιστολογίων: ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ...
    Πριν από 12 χρόνια
  • - Λόγω περιορισμένου χρόνου και αποκλειστικής σχεδόν πλέον ενασχόλησης με το fb, αναστέλλεται η λειτουργία των εξής τριών ιστολογίων: ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤ...
    Πριν από 12 χρόνια

Περνούν και διαβάζουν...