Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον, Ιησούν τόν μόνον αναμάρτητον. Τόν σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνούμεν, και τήν αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν τήν του Χριστού αγίαν ανάστασιν· ιδού γαρ ήλθε διά του σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τόν Κύριον, υμνούμεν τήν ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν 

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Πατριαρχική απόδειξις επί τω αγίω πάσχα


+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕ ΘΕΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

δελφο κα τέκνα ν Κυρί γαπητά,

Χριστς νέστη!

Εφρόσυνος κα φωτειν νέτειλε κα πάλιν γία μέρα το Πάσχα κα σκορπίζει χαράν, παρηγορίαν, γαλλίασιν κα βεβαίαν λπίδα ζως ες λους τος πιστούς, παρ τν πικρατοσαν ν τν κόσμον βαρεαν τμόσφαιραν ξ ατίας τς πολυδιαστάτου κρίσεως, μ λας τς γνωστς δυνηρς πιπτώσεις της ες τν καθημερινν βίον τς νθρωπότητος.

νέστη κ το Τάφου Χριστός, Θεάνθρωπος, κα μαζί Του νέστη νθρωπος! καταδυναστεία το θανάτου ποτελε παρελθόν. πελπισία τς αχμαλωσίας το δου παρλθεν νεπιστρεπτί. μόνος σχυρς κα Χορηγς τς ζως, φο νέλαβεν θελουσίως δι τς νσαρκώσεώς Του λην τν δυστυχίαν τς φύσεώς μας κα τ διον τ κεφάλαιόν της, τν θάνατον, δη «τν δην νέκρωσε τ στραπ τς Θεότητος»[1] κα χάρισεν ες τν νθρωπον ζων κα «περισσν» ζως.[2]

Ατν τν περίσσειαν ζως, τν ποίαν ναστς χάρισεν ες μς, δν παύει ν συκοφαντ κα ν διαβάλ πάντοτε μ συνέπειαν πρς τ νομά του διάβολος, καίτοι πονευρωμένος πλέον κα ντελς νίσχυρος κα καταγέλαστος. Τν συκοφαντε μ τν ες τν κόσμον πικρατοσαν κόμη «βριν», τόσον ναντι το Θεο, σον κα ναντι το συνανθρώπου κα τς λης κτίσεως. Τν διαβάλλει μ τν εσέτι φισταμένην ντς μν «ρχαίαν σκωρίαν» τς μαρτητικς ροπς, τν ποίαν καταλλήλως πάντοτε κμεταλλεύεται, προσπαθν ν μς παγιδεύσ ετε ες τν μπρακτον μαρτίαν, ετε ες τν περ τν πίστιν πλάνην. «βρις» εναι πότοκον τς «σκωρίας» κείνης κα μφότεραι συναποτελον τ παίσιον ζεγος τν εθυνομένων δι τν διατάραξιν τν σχέσεών μας πρς αυτούς, πρς λλήλους, πρς τν Θεν κα πρς λην τν Δημιουργίαν. Εναι, κατ τατα, δήριτος νάγκη ν ποκαθάρωμεν τν σκωρίαν κείνην μετ πάσης προσοχς κα πιμελείας, στε ν λάμψ πλετον τ ζωοποιν φς το ναστάντος Χριστο ες τν νον, ες τν ψυχν κα ες τ σμα μας, ν πομακρύν τ σκότος τς βρεως κα ν κχυθ τ «περισσν» τς ζως ες τν κόσμον λον. Τοτο δν δύναται ν πιτευχθ οτε δι τς φιλοσοφίας, οτε δι τς πιστήμης, οτε δι τς τέχνης, οτε δι τς τεχνικς, οτε διά τινος δεολογίας, ε μ μόνον δι τς πίστεως ες τν μέχρι Παθν κα Σταυρο κα Τάφου κα ταμείων το δου συγκαταβάντα κα κ νεκρν ναστάντα Θεάνθρωπον ησον Χριστόν, κφραζομένης δι μυστηριακς κκλησιαστικς ζως κα μπόνου κα συστηματικο πνευματικο γνος. κκλησία, ς τ Σμα το Χριστο, ζ διαλείπτως κα ες τος αἰῶνας τ θαμα τς ναστάσεως, κα δι τν γίων Μυστηρίων της, τς Θεολογίας κα τς πρακτικς διδασκαλίας της, μς δίδει τν δυνατότητα ν μεταλάβωμεν το θαύματος, ν μετάσχωμεν τς νίκης κατ το θανάτου, ν γίνωμεν τέκνα φωτόμορφα τς ναστάσεως κα ληθς «θείας κοινωνο φύσεως»[3], πως συνέβη κα συμβαίνει μ λους τος γίους. ες τ βάθη τς καρδίας μν φυομένη κακοβότανος κα κανθηρ δέσμη τν παθν, λιπαινομένη κ τς σκωρίας το ν μν «παλαιο νθρώπου»,[4] εναι πάναγκες ν μεταμορφωθ τ συντομώτερον ν Χριστ, δι το Χριστο κα χάριν το Χριστο κα τν περ μς ζωντανν εκόνων Του, δηλ. τν συνανθρώπων μας, ες νθοδέσμην ρετν, γιασμο κα δικαιοσύνης. Οτω, ερς μνογράφος πικαίρως ψάλλει: «Δικαιοσύνης σθτα περιβαλλόμενοι λευκν πρ χιόνα, τ παρούσ το Πάσχα μέρ εφρανθμεν, ν Χριστός, δικαιοσύνης ς λιος κ τν νεκρν νατείλας, πάντας μς φθαρσί κατεφαίδρυνεν».[5] Τ λευκν νδυμα τς δικαιοσύνης μς δόθη συμβολικς κατ τ γιον Βάπτισμα κα καλούμεθα δι τς διαρκος μετανοίας, τν χαροποιν δακρύων, τς διαλείπτου προσευχς, το περιορισμο τν πιθυμιν, τς πομονς ες τ δυνηρ το βίου κα τς νυποχωρήτου προσπαθείας πρς πρακτικν φαρμογν πασν τν ντολν το Θεο κα μάλιστα τς κεφαλαιώδους ντολς τς γάπης, ν τ νακαθάρωμεν, μετέχοντες οτως ες τν σταυρικν κένωσιν το Θεανθρώπου, στε ν λθ πασχάλιος εφροσύνη, τ φαιδρν ναστάσιμον φς κα σωτηρία ες τν ζων μας κα ες τν περ μς κόσμον.

Τατα π το πάντοτε ν τ δοκιμασί τς Μεγάλης Παρασκευς, λλ κα ν τ φωτ κα τ χαροποι μπειρί τς ναστάσεως, πάρχοντος Φαναρίου ορτίως γράφοντες κα τν στοργν τς Μητρς κκλησίας διερμηνεύοντες, εχόμεθα λοψύχως πσαν παρ το κ νεκρν ναστάντος ρχηγο τς Ζως σωτήριον δωρεν κα πασχάλιον ελογίαν.

γιον Πσχα 2010

+ Κωνσταντινουπλεως

διπυρος πρς Χριστν ναστντα

εχτης πντων μν

--------------------------------------------

ναγνωσθτω π κκλησας κατ τν Θεαν Λειτουργαν τς ορτς το γου Πσχα, μετ τ ερν Εαγγλιον.


[1] Ἀναστάσιμον ἀπολυτίκιον Β΄ ἤχου.

[2] Πρβλ. Ἰωάν. 10, 10.

[3] Β΄ Πέτρ. 1, 4.

[4] Ἐφεσ. 4, 22.

[5] Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ τῆς Πέμπτης μετὰ τοῦ Θωμᾶ.

Αγίου Επιφανείου Κύπρου Η Κάθοδος του Κυρίου στον Άδη


Τι είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα; Μεγάλη σιωπή είναι απλωμένη στη γη. Μεγάλη σιωπή και ηρεμία. Μεγάλη σιωπή γιατί κοιμάται ο Βασιλιάς. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε επειδή ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε, και ανέστησε αυτούς που κοιμόνταν απ’ την αρχή των αιώνων. Ο Θεός με το σώμα πέθανε, και τρόμαξε ο Άδης. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε, και ανέστησε αυτούς που βρίσκονταν στον Άδη.

Που είναι τώρα, οι πριν από λίγο ταραχές και οι φωνές και οι θόρυβοι, που ξεσηκώνατε, παράνομοι, εναντίον του Χρίστου; Που είναι οι συγκεντρώσεις σας και οι αντιρρήσεις σας, και οι φρουρές, και τα όπλα και τα δόρατα; Που είναι οι βασιλείς και οι ιερείς κι' οι καταδικασμένοι δικαστές; Που είναι οι λαμπάδες και τα μαχαίρια κι' οι άτακτες κραυγές; Που είναι οι όχλοι και η λύσσα και η αδιάντροπη φρουρά; Στ' αλήθεια χάθηκαν γιατί στ' αλήθεια αυτοί οι όχλοι έκαναν σχέδια ανόητα και μάταια. Έπεσαν με ορμή επάνω στον ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό, αλλά συντρίφθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Χτύπησαν με δύναμη στη στερεά πέτρα, αλλά αυτοί τσακίστηκαν, και τα κύματα τους διαλύθηκαν στον αφρό. Χτύπησαν επάνω στο σκληρό αμόνι, και οι ίδιοι κομματιάστηκαν. Ύψωσαν επάνω στο ξύλο —του Σταυρού— την πέτρα της ζωής, κι' αυτή κατρακυλώντας τους θανάτωσε. Έδεσαν τον πανίσχυρο Σαμψών, δηλαδή τον Ήλιο Θεό, αλλά Αυτός αφού έλυσε τα παμπάλαια δεσμά εξόντωσε τους εχθρούς και τους παράνομους. Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος Χριστός κάτω απ’ τη γη, και βαθύ σκοτάδι έπεσε επάνω στους Ιουδαίους.

Σήμερα ήλθε η σωτηρία σ' αυτούς που βρίσκονται στη γη και σ' αυτούς που απ’ την αρχή των αιώνων βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Σήμερα ήλθε η σωτηρία στον ορατό και αόρατο κόσμο. Είναι διπλή σήμερα η παρουσία του Δεσπότη, διπλή η σωτηρία, διπλή η φιλανθρωπία, διπλή η κατάβαση μαζί και συγκατάβαση, διπλή η επίσκεψη προς τους ανθρώπους. Κατεβαίνει ο Θεός από τον ουρανό στη γη κι' από τη γη στα καταχθόνια. Ανοίγονται οι πύλες του Άδη. Γεμίστε με αγαλλίαση εσείς που κοιμάσθε απ’ την αρχή των αιώνων, υποδεχτείτε το μέγα φως όσοι κάθεστε στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου. Έρχεται ο Δεσπότης ανάμεσα στους δούλους. Έρχεται ο Θεός ανάμεσα στους νεκρούς. Έρχεται η ζωή ανάμεσα στους νεκρούς. Έρχεται ο αθώος ανάμεσα στους ενόχους. Έρχεται το φως που δεν σβήνει ανάμεσα σ' αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι. Έρχεται ο ελευθερωτής ανάμεσα στους αιχμαλώτους. Έρχεται Αυτός που βρίσκεται πιο πάνω από τους ουρανούς, μεταξύ αυτών που βρίσκονται κάτω απ’ τη γη. Ήλθε ο Χριστός στη γη και πιστέψαμε. Κατέβηκε ο Χριστός στους νεκρούς, ας κατέβουμε μαζί Του κι' ας δούμε τα μυστήρια που έγιναν εκεί. Ας γνωρίσουμε Αυτόν που κρύφτηκε — στον Άδη— τα κρυμμένα κάτω απ’ τη γη θαυμάσια έργα Του. Ας μάθουμε πως έλαμψε το κήρυγμα και στους κατοίκους του Άδη.

Τι συνέβη λοιπόν; Κατεβαίνοντας ο Θεός στον Άδη σώζει όλους χωρίς εξαίρεση; Όχι βέβαια, αλλά κι' εκεί σώζει όσους πίστεψαν. Χθες είδαμε το έργο της σωτηρίας, σήμερα την εκδήλωση της εξουσίας. Χθες είδαμε την αδυναμία, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φάνηκαν τα σημάδια της ανθρώπινης φύσης Του, σήμερα της θεϊκής φύσης. Χθες Τον ράπιζαν, σήμερα ραπίζει με την αστραπή της θεότητος τον χώρο του Άδη. Χθες Του έβαζαν δεσμά, σήμερα Αυτός δένει τον τύραννο - διάβολο με άλυτα δεσμά. Χθες καταδικαζόταν, σήμερα χαρίζει ελευθερία στους κατάδικους. Χθες Τον περιγελούσαν οι υπηρέτες του Πιλάτου, σήμερα οι θυρωροί του Άδη όταν Τον είδαν γέμισαν φρίκη.

Άκουσε όμως τον υψηλό λόγο για το πάθος του Χρίστου. Άκουσε και ύμνησε. Άκουσε και δόξασε. Άκουσε και κήρυξε τα μεγάλα θαύματα του Θεού. Πώς υποχωρεί ο νόμος, και Πώς ανθίζει η χάρη; Πώς παρέρχονται οι τύποι και Πώς διαβαίνουν οι σκιές; Πώς ο ήλιος γεμίζει την οικουμένη; Πώς αχρηστεύθηκε η Παλαιά Διαθήκη και Πώς επικυρώνεται η Καινή Διαθήκη; Πώς πέρασαν τα παλιά κι' άνθισαν τα καινούργια;

Δύο λαοί ήταν παρόντες στην Ιερουσαλήμ κατά τον χρόνο του πάθους του Χρίστου. Ο Ιουδαϊκός μαζί με τον ειδωλολατρικό. Δύο βασιλείς, ο Πιλάτος και ο Ηρώδης. Δύο αρχιερείς, ο Άννας και ο Καϊάφας. Για να γιορτασθούν μαζί τα δύο Πάσχα, το Ιουδαϊκό που παύει και το Χριστιανικό που αρχίζει. Δύο θυσίες γίνονταν εκείνο το απόγευμα, επειδή πραγματοποιούνταν δύο σωτηρίες, εννοώ των ζωντανών και των νεκρών. Και ο μεν Ιουδαϊκός λαός έδενε τον αμνό για να τον θυσιάσει σφάζοντας τον, οι δε ειδωλολάτρες δέχονταν τον Θεό που σαρκώθηκε. Και ο μεν ένας ατένιζε τη σκιά, ο δε άλλος έτρεχε πρόθυμα στον Ήλιο Θεό. Και οι μεν Ιουδαίοι δένοντας τον Χριστό Τον έδιωχναν, οι δε ειδωλολάτρες Τον δέχονταν με προθυμία. Και οι μεν πρώτοι πρόσφεραν θυσία ζώου, οι δε δεύτεροι θυσία του Θεού που σαρκώθηκε. Άλλα, οι μεν Ιουδαίοι πρόσφεραν τη θυσία φέρνοντας στη μνήμη τους τη διάβαση τους από την Αίγυπτο, οι δε εθνικοί προανήγγελαν με αυτή τη λύτρωση από την πλάνη των ειδώλων.


Και όλα αυτά που συνέβαιναν; Στη Σιών, την πόλη του μεγάλου Βασιλιά στην οποία πραγματοποίησε τη σωτηρία στο κέντρο της γης, ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού που έγινε γνωστός ανάμεσα σε δύο ζώα. Ανάμεσα στον Πατέρα και το Πνεύμα, των δύο ζωντανών Υπάρξεων. Αυτός είναι η ζωή, που προέρχεται από τη ζωή και χορηγεί τη ζωή, που γεννήθηκε μεταξύ Αγγέλων και ανθρώπων στη φάτνη. Και είναι ανάμεσα στους δύο λαούς ο ακρογωνιαίος λίθος —που τους ενώνει—. Είναι Αυτός που προφητεύθηκε μεταξύ του Νόμου και των Προφητών, και εμφανίστηκε στο όρος Θαβώρ μεταξύ του Μωυσή και του Ηλία. Κι' ανάμεσα στους δύο ληστές αναγνωρίσθηκε ως Θεός από τον ευγνώμονα ληστή. Και ανάμεσα από την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή κάθεται ως κριτής. Και σήμερα ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς χαρίζει διπλή ζωή και σωτηρία. Λέω πάλι διπλή ζωή διπλή γέννηση μαζί και αναγέννηση, και άκουσε τα γεγονότα της διπλής γεννήσεως του Χρίστου και χειροκρότησε τα θαύματα.

Άγγελος ευαγγελίσθηκε στη Μαρία τη γέννηση του Χρίστου ως ανθρώπου, και Άγγελος ευαγγελίσθηκε στη Μαγδαληνή Μαρία τη φοβερή ανάσταση από τον τάφο. Νύχτα γεννιέται ο Χριστός στη Βηθλεέμ και πάλι νύχτα ξαναγεννιέται στη Σιών από τον τάφο. Με σπάργανα καταδέχεται να τυλιχθεί στη γέννηση, με σπάργανα και στην ταφή ξανατυλίγεται. Δέχεται σμύρνα όταν γεννήθηκε, σμύρνα και αλόη στην ταφή καταδέχεται. Εκεί άνδρας της Μαρίας ονομάζεται αυτός που δεν είναι άνδρας της, και εδώ ο Ιωσήφ που είναι απ’ την Αριμαθαία αναδεικνύεται ο κηδευτής της ζωής μας. Στη Βηθλεέμ και σε φάτνη ο τόπος της γεννήσεως, αλλά και στον τάφο σαν σε φάτνη ο τόπος της αναστάσεως. Πρώτοι από όλους οι ποιμένες ευαγγελίζονται τη γέννηση του Χρίστου, αλλά και πρώτοι από όλους ποιμένες του Χρίστου οι μαθητές ευαγγελίσθηκαν την αναγέννηση του Χρίστου από τους νεκρούς. Εκεί φώναξε το χαίρε ο Άγγελος προς την Παρθένο, και εδώ το χαίρετε ανέκραξε προς τις γυναίκες ο Άγγελος της μεγάλης αποφάσεως του Θεού, ο Χριστός. Στην πρώτη γέννηση ο Χριστός μετά από σαράντα ημέρες μπήκε στην επίγεια Ιερουσαλήμ, στον ναό, και πρόσφερε ως πρωτότοκος στον Θεό ένα ζευγάρι τρυγόνια, αλλά και στην ανάσταση από τους νεκρούς ο Χριστός, μετά από σαράντα ημέρες, ανέβηκε στην ουράνια Ιερουσαλήμ, απ’ όπου δεν είχε αποχωρισθεί ως Θεός, στα πραγματικά Άγια των Αγίων ως άφθαρτος πρωτότοκος από τους νεκρούς, και πρόσφερε στον Θεό και Πατέρα σαν δυο πάναγνα τρυγόνια, την ψυχή και τη σάρκα τη δική μας. Και εκεί τον υποδέχτηκε σαν άλλος Συμεών, ο Παλαιός των ήμερων Θεός και Πατέρας, στους κόλπους Του, σαν σε αγκάλες, με απερίγραπτο τρόπο. Και εάν αυτά τα ακούς σαν μύθους και όχι με πίστη, σε κατηγορούν οι απαραβίαστες σφραγίδες του Δεσποτικού της αναγεννήσεως του Χρίστου μνήματος. Διότι, όπως ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο, αφήνοντας σφραγισμένες τις κλειδαριές της παρθενίας, που εκ φύσεως είναι κλειστές και τις ανοίγει η μητρότητα, έτσι ακριβώς πραγματοποιήθηκε η αναγέννηση του Χρίστου από τον τάφο, χωρίς να ανοίξουν οι σφραγίδες του.

Αγίου Επιφανείου Κύπρου

Η Κάθοδος του Κυρίου στον Άδη

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Η σταύρωση νικά τον θάνατο!


...Και τη τρίτη ημέρα αναστήσομαι!


Ὁ ἅγ. Ἰωάννης κάνει τὴν εἰσαγωγὴ τῆς διήγησής του γιά τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ τὸ Πάθος µ’ αὐτὰ τὰ λόγια: «...ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσµῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς» (Ἰω. 13,1). Τὸ ἑλληνικὸ κείµενο λέει εἰς τέλος, ποὺ σηµαίνει «ὥς τὸ τέλος», «ὥς τὸ ἔσχατο σηµεῖο». Κι αὐτὴ ἡ λέξη τέλος ἐπαναλαµβάνεται ἀργότερα στήν τελευταία κραυγὴ τοῦ Χριστοῦ πάνω στό Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ἰώ. 19,30). Αὐτὸ πρέπει νά ἐννοηθεῖ ὄχι σὰν κραυγὴ αὐτοεγκατάλειψης ἤ ἀπόγνωσης, ἀλλὰ σὰν κραυγὴ νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, ἐκπληρώθηκε!

Τὶ ἐκπληρώθηκε; Ἀπαντᾶµε: Τὸ ἔργο τῆς ὀδυνώµενης ἀγάπης, ἡ νίκη τῆς ἀγάπης πάνω στό µῖσος. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Θεὸς µας, ἀγάπησε τοὺς δικοὺς του ὥς τὸ ἔσχατο σηµεῖο. Ἀπὸ ἀγάπη δηµιούργησε τὸν κόσµο, ἀπὸ ἀγάπη γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος µέσα σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ἀπὸ ἀγάπη πῆρε πάνω του τή διασπασµένη ἀνθρώπινη φύση µας καὶ τὴν ἔκανε δικὴ του. Ἀπὸ ἀγάπη ταυτίστηκε µ’ ὅλη µας τὴν ἀπελπισία.

Ἀπὸ ἀγάπη πρόσφερε τὸν ἑαυτὸ του θυσία, διαλέγοντας στή Γεθσηµανῆ νά πάει ἑκούσια πρὸς τὸ Πάθος του: «...τήν ψυχήν µου τίθηµι ὑπὲρ τῶν προβάτων... οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐµοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθηµι αὐτὴν ἀπ’ ἐµαυτοῦ» (Ἰω. 10: 15,18).

Ἦταν θεληµατικὴ ἀγάπη κι ὄχι καταναγκασµὸς αὐτό πού ἔφερε τὸν Ἰησοῦ στό θάνατό του. Στήν ἀγωνία του µέσα στόν κῆπο καὶ στή Σταύρωσή του οἱ σκοτεινὲς δυνάµεις τοῦ ἐπιτίθενται µ’ ὅλη τους τὴν ὁρµή, ἀλλὰ δέν µποροῦν ν’ ἀλλάξουν τή συµπόνια του σὲ µῖσος. Δέν µποροῦν νά ἐµποδίσουν τὴν ἀγάπη του νά συνεχίσει νά εἶναι ἡ ἴδια. Ἡ ἀγάπη του δοκιµάζεται ὥς τὸ ἔσχατο σηµεῖο, ἀλλὰ δέν καταπνίγεται. «Τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ἰω. 1,5). Στή νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στό Σταυρὸ θὰ µπορούσαµε νά ἐφαρµόσουµε τὰ λόγια πού εἰπώθηκαν ἀπὸ κάποιο Ρῶσο ἱερέα, ὅταν ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ὁ πόνος ἔχει καταστρέψει τὰ πάντα. Ἕνα µόνο πρᾶγµα ἔχει µείνει σταθερό, ἡ ἀγάπη» .

Ὁ Σταυρὸς σὰν νίκη µᾶς θέτει τὸ παράδοξο τῆς παντοδυναµίας τῆς ἀγάπης. Ὁ Dostojevsky πλησιάζει τὴν ἀληθινὴ ἔννοια τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ µὲ µερικὰ λόγια, ποὺ βάζει στό στόµα τοῦ στάρετς Ζωσιµά:
“Μπροστὰ σὲ µερικὲς σκέψεις ὁ ἄνθρωπος στέκεται µπερδεµένος, ἰδίως µπροστὰ στή θέα τῆς ἀνθρώπινης ἁµαρτίας, καὶ ἀναρωτιέται ἂν θὰ τὴν πολεµήσει µὲ βία ἤ µὲ ταπεινὴ ἀγάπη. Πάντα ν’ ἀποφασίζεις: «Θὰ τὴν πολεµήσω µὲ ταπεινὴ ἀγάπη» . Ἂν ἀποφασίσεις πάνω σ’ αὐτὸ µιά γιά πάντα, µπορεῖς νά κατακτήσεις ὁλόκληρο τὸν κόσµο. Ἡ γεµάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι µιά τροµερὴ δύναµη: εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ ἀπ’ ὅλα τὰ πράγµατα καὶ δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο σὰν κι αὐτή.”

Ἡ γεµάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι µιά τροµερὴ δύναµη. Ὅποτε θυσιάζουµε κάτι ἤ ὑποφέρουµε, ὄχι µέ αἴσθηση ἐπαναστατικῆς πίκρας, ἀλλὰ µὲ τή θέλησή µας καὶ ἀπὸ ἀγάπη, αὐτὸ µᾶς κάνει πιὸ δυνατοὺς κι ὄχι πιὸ ἀδύνατους. Αὐτὸ σηµαίνει προπάντων στήν περίπτωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡ ἀδυναµία του ἦταν ἀπὸ δύναµη», λέει ὁ ἅγ. Αὐγουστῖνος. Ἡ δύναµη τοῦ Θεοῦ φαίνεται ὄχι τόσο πολὺ µέσα στή δηµιουργία τοῦ κόσµου ἤ µέσα στά θαύµατά του, ὅσο στό γεγονὸς ὅτι ἀπὸ ἀγάπη ὁ Θεὸς «ἐκένωσεν ἑαυτόν» (Φιλ. 2,7), πρόσφερε τὸν ἑαυτὸ του, µὲ γενναιόδωρη αὐτοδιάθεση, µὲ τή δική του ἐλεύθερη ἐκλογὴ, συγκατανεύοντας νά ὑποφέρει καὶ νά πεθάνει. Κι αὐτὸ τὸ ἄδειασµα τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι συνάµα µία πλήρωση: ἡ κένωση εἶναι πλήρωση. Ὁ Θεὸς δέν εἶναι ποτέ τόσο δυνατός, ὅσο ὅταν βρίσκεται στήν ἔσχατη ἀδυναµία.
Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ µῖσος δέν εἶναι ἁπλῶς ὑποκειµενικὰ συναισθήµατα πού ἐπηρεάζουν τὸ ἐσωτερικὸ σύµπαν αὐτῶν πού τὰ αἰσθάνονται, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀντικειµενικὲς δυνάµεις πού ἀλλάζουν τὸν κόσµο ἔξω ἀπὸ µᾶς. Ἀγαπώντας ἤ µισώντας τὸν ἄλλο, τὸν κάνω, ὥς ἕνα σηµεῖο, νά γίνει αὐτό πού ἐγὼ βλέπω µέσα του. Ὄχι µόνο γιά τὸν ἑαυτό µου, ἀλλὰ καὶ γιά τὶς ζωὲς ὅλων γύρω µου, ἡ ἀγάπη µου εἶναι δηµιουργική, ἔτσι ὅπως τὸ µῖσος µου εἶναι καταστροφικό. Κι ἂν αὐτὸ ἀληθεύει γιά τή δική µου ἀγάπη, ἀληθεύει σὲ ἀσύγκριτα µεγαλύτερη ἔκταση γιά τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ νίκη τῆς γεµάτης πόνο ἀγάπης του πάνω στό Σταυρὸ δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παράδειγµα γιά µένα πού µοῦ δείχνει τί θὰ µποροῦσα νά πετύχω ἐγὼ ὁ ἴδιος ἂν µποροῦσα νά τὸν µιµηθῶ µὲ τὶς δικές µου δυνάµεις. Πολὺ περισσότερο ἀπ’ αὐτό, ἡ πονεµένη του ἀγάπη ἔχει πάνω µου ἕνα δηµιουργικὸ ἀποτέλεσµα, µεταµορφώνοντας τὴν καρδιά µου καὶ τή θέλησή µου, ἐλευθερώνοντάς µε ἀπὸ τὰ δεσµά, ὁλοκληρώνοντάς µε, κάνοντας δυνατὸ γιά µένα ν’ ἀγαπῶ µ’ ἕνα τρόπο πού θὰ ἦταν τελείως πέρα ἀπὸ τὶς δυνάµεις µου, ἂν πρῶτα δέν εἶχα ἀγαπηθεῖ ἀπ’ αὐτόν. Γιατὶ µέσα στήν ἀγάπη ταυτίστηκε µαζί µου. Καὶ ἡ νίκη του εἶναι νίκη µου. Κι ἔτσι ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ πάνω στό Σταυρὸ εἶναι πράγµατι, ὅπως τὸν περιγράφει ἡ Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου, ἕνας «ζωοποιὸς θάνατος».

Ἑποµένως ἡ ὀδύνη τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ θάνατος ἔχουν ἀντικειµενικὴ ἀξία. Ἔκανε γιά µᾶς κάτι πού θὰ ἤµασταν τελείως ἀνίκανοι νά κάνουµε δίχως αὐτόν. Ταυτόχρονα δέν θὰ ἔπρεπε νά λέµε ὅτι ὁ Χριστὸς ὑπέφερε «ἀντὶ γιά µᾶς», ἀλλ’ ὅτι ὑπέφερε γιά χάρη µας. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὑπέφερε «ἕως θανάτου», ὄχι γιά ν’ ἀπαλλαγοῦµε ἐµεῖς ἀπ’ τὴν ὀδύνη, ἀλλὰ γιά νά εἶναι ἡ ὀδύνη µας σὰν τή δική του. Ὁ Χριστὸς δέν µᾶς προσφέρει ἕνα δρόµο πού παρακάµπτει τὴν ὀδύνη, ἀλλὰ ἕνα δρόµο µέσα ἀπ’ αὐτήν. Ὄχι ὑποκατάσταση, ἀλλὰ λυτρωτικὴ συµπόρευση.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ γιά µᾶς. Ἂν τή συνδέσουµε µὲ τὴν Ἐνσάρκωση καὶ τή Μεταµόρφωση πού προηγήθηκε, καὶ µὲ τὴν Ἀνάσταση πού τὴν ἀκολουθεῖ - γιατὶ ὅλ’ αὐτὰ εἶναι ἀχώριστα µέρη µιᾶς µοναδικῆς πράξης ἤ «δράµατος»- ἡ Σταύρωση πρέπει νά κατανοηθεῖ σὰν ὕψιστη καὶ τέλεια νίκη, θυσία καὶ πρότυπο. Καὶ σὲ κάθε περίπτωση ἡ νίκη, ἡ θυσία καὶ τὸ πρότυπο εἶναι τῆς ἀγάπης πού πάσχει.
Ἔτσι βλέπουµε τὸ Σταυρό: τὴν τέλεια νίκη τῆς ταπείνωσης πού ξέρει ν’ ἀγαπάει πάνω στό µῖσος καὶ τὸ φόβο. Τὴν τέλεια θυσία ἤ τὴν ἑκούσια αὐτοπροσφορὰ τῆς συµπόνιας πού ξέρει ν’ ἀγαπάει. Τὸ τέλειο πρότυπο τῆς δηµιουργικῆς δύναµης τῆς ἀγάπης.

Μὲ τὰ λόγια τῆς Julian τοῦ Norwich: Θά’ θελες νά µάθεις τὸ νόηµα τοῦ Κυρίου σου πάνω σ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγµα; Μάθε το καλά: Ἡ ἀγάπη ἦταν τὸ νόηµά του. Ποιός στό ἔδειξε; Ἡ ἀγάπη. Τὶ σοῦ ἔδειξε ἐκεῖνος; Ἀγάπη. Γιατὶ στό ἔδειξε; Ἀπὸ ἀγάπη. Κρατήσου ἀπ’ αὐτὸ καὶ θὰ µάθεις περισσότερα. Ἀλλά ποτέ δέν θὰ ξέρεις οὔτε θὰ µάθεις µέσα σ’ αὐτὸ τίποτ’ ἄλλο.

Τότε εἶπε ὁ καλὸς µας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός: Εἶσαι εὐχαριστηµένος πού ὑπέφερα γιά σένα; Εἶπα: Ναί, Κύριέ µου, σ’ εὐχαριστῶ. Ναί, Κύριέ µου, ἂς εἶσαι εὐλογηµένος. Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς, ὁ Κύριος: Ἂν ἐσὺ εἶσαι εὐχαριστηµένος, εἶµαι κι ἐγὼ εὐχαριστηµένος: εἶναι µιά χαρά, µιά εὐδαιµονία, µιά ἀτελείωτη ἱκανοποίηση γιά µένα τὸ ὅτι κάτι ὑπέφερα γιά σένα. Κι ἂν µποροῦσα νά ὑποφέρω περισσότερο, θὰ ὑπέφερα περισσότερο.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ο θάνατος του Θεού και η ανάσταση του ανθρώπου

Παν. Νέλλα, Κοινωνία
Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1974, σελ. 350- 363

Ο θάνατος του Θεου είναι ένα από τα κεντρικά θέματα όχι μόνο της σύγχρονης Δυτικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, αλλά και της ίδιας της Θεολογίας. Τα τελευταία χρόνια γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες σχετικές μ' αυτό, ανέβηκαν έργα στο θέατρο, γυρίσθηκαν ταινίες, το θέμα ξέφυγε από τα μελετητήρια των ειδικών και απασχολεί το ευρύτερο κοινό. Το άρθρο τούτο έχει σκοπό να δώση, στην αρχή, μια γενική ενημέρωση και μια ερμηνεία για το φαινόμενο, και να προσπαθήση στη συνέχεια, αφού το τοποθετήση με βάση τα ορθόδοξα κριτήρια, να σκιαγράφηση τη συμβολή, που θα μπορούσε να προαναφέρη η Ορθοδοξία συμμετέχοντας στη σχετική συζήτηση.

Στο χώρο της φιλοσοφίας το θέμα αρχίζει με το Νίτσε, για τον οποίο, όπως είναι γνωστό ο θάνατος του Θεού αποκαλύπτεται και ταυτόχρονα είναι ταυτόσημος. Με την ανατροπή όλων των αξιών, ολόκληρης της υπεραισθητής περιοχής, σύμπαντος του κόσμου των ιδεών και των ιδανικών. Μοναδική και υψίστη αξία μένει για το Νίτσε ο άνθρωπος, ο «υπεράνθρωπος»: Πού είναι ο Θεός; γράφει ήδη στα 1882. Θα σας το πω εγώ. Τον σκοτώσαμε. Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του... ο Θεός είναι νεκρός... ο Θεός θα μείνη νεκρός. Τι άλλο είναι οι εκκλησίες παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού;».

Ο Νίτσε στην εποχή του αναγκάζεται να βάλη τα λόγια αυτά στο στόμα ενός τρελλού ανθρώπου. Αλλά ο Σάρτρ επαναλαμβάνει με πλήρη άνεση το ίδιο κήρυγμα κατά την έναρξη του Β' παγκόσμιου πολέμου, μιλώντας σε μια δημόσια συγκέντρωση στη Γενεύη: «Κύριοι, ο Θεός πέθανε. Σας αναγγέλλω, κύριοι, το θάνατο του Θεού».

Το τι σημαίνει για την άθεη υπαρξιακή φιλοσοφία ο θάνατος του Θεού μας το αποκαλύπτει με ενάργεια η αντίστοιχη λογοτεχνία. Αφού δεν υπάρχει θεός, άρα δέν υπάρχει παρά η βιολογική ζωή. Με διονυσιακή αγαλλίαση ο Καμύ υμνεί στα πρώτα του έργα το μεγαλείο και τη χαρά αυτής της ζωής· την ομορφιά που κλείνει μέσα της μια ζεστή μέρα στην ακροθαλασιά, μια χειμωνιάτικη νύχτα, που η οικογένεια είναι μαζεμένη γύρω στη φωτιά. Αλλά η βιολογική ζωή είναι η «εν φθορά» ζωή και ο ίδιος ο Καμύ, όσο προχωρεί , ανακαλύπτει μέσα στη ζωή το σαράκι αυτό της φθοράς, που κλέβει τη χαρά, που απομυζά την ουσία και αφίνει ανούσια και ανόητη τη ζωή, που δημιουργεί μέσα στον άνθρωπο την αίσθηση του χάους και του κενού, πράγμα που τόσο έντονα περιγράφεται στον «Ξένο», και που ο Σάρτρ με τόση επιτυχία, ονομάζει στο ομώνυμο έργο του «Ναυτία».

Ο υπαρξιστής άνθρωπος νοιώθει το θάνατο όχι σαν κάτι μακρυνό, κάτι που τον περιμένει στο τέλος της ζωής του, αλλά σαν κάτι που βρίσκεται μέσα του. Η δαμόκλεια σπάθη του θανάτου κρέμεται αδιάκοπα πάνω του και μέσα του, ακρωτηριάζει τα όνειρά του, κόβει στη μέση τις πιο ευγενικές προσπάθειες του, περιορίζει ασφυκτικά τα όρια της ύπαρξής του, είναι, όπως λέει ο Καμύ, ένας Σίσυφος, που αγωνίζεται να ανεβάση ως την κορυφή του βουνού την πολύτιμη πέτρα της ζωής του και, μόλις κοντεύη να φτάση στο τέρμα, η πέτρα του φεύγει και κατρακυλάει πάλι στο βυθό. Αισθάνεται εγκαταλειμμένος και έρημος. Καταδικασμένος να βλέπη, καταλαβαίνει και συνειδητοποιεί ότι ζη το παράλογο. Ο Η eidegger ομολογεί ότι βρίσκεται, χωρίς να το επιδιώξη, ριγμένος και εγκαταλειμμένος σ'ένα καντόνι του σύμπαντος, υποχρεωμένος να ζη.

Με τη γεύση αυτή του κενου στην ψυχή, ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται μπροστά στο καθιερωμένο από αιώνες κήρυγμα του μεταγενέστερου δυτικού Χριστιανισμού, που προσφέρει σαν λύση στην ταλαιπωρία της επίγειας ζωής την υπόσχεση για τη μακαριότητα της μετά θάνατο ζωής, που θεωρεί αυτή εδώ τη ζωή σχεδόν αποκλειστικά σαν τον χώρο, στον οποίο με τα έργα (Ρωμαιοκαθολικοί) ή την πίστη (Προτεστάντες) , γίνεται ή δε γίνεται κανείς άξιος να κληρονομήση την αιωνιότητα.

Μπροστά όμως στην άποψη αυτή, που διακρίνει υπερβολικά το χρόνο από την αιωνιότητα, τη γήϊνη από την ουράνια ζωή, και σχετικοποιεί απελπιστικά τη σημασία της πρώτης, ο σύγχρονος άνθρωπος στέκεται με αποτροπιασμό. «Αν υπάρχη μια αμαρτία κατά της ζωής, γράφει ο Καμύ, δεν είναι τόσο το να απελπιστούμε, από αυτή, όσο το να ελπίσουμε σε μιαν άλλη ζωή, το να αφήσουμε να ξεκλέψη την αγάπη μας για τη συγκεκριμένη ζωή το ανελέητο μεγαλείο μιας δήθεν αιώνιας ζωής. Και στο όνομα της καθημερινής, χειροπιαστής ζωής, ο Καμύ αρνείται να πιστέψη σε μιαν άλλη, ωραία έστω και αιώνια, άλλα πάντως άλλη ζωή.

Ο Σάρτρ είναι στο σημείο αυτό περισσότερο απόλυτος. Η πίστη σε μια άλλη ζωή, λέει, είναι ακριβώς εκείνη που φέρνει το θάνατο σ' αυτή εδώ και ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Και, προωθώντας την αμφισβήτηση του ως τον ίδιο το Θεό, υποστηρίζει ότι ο ένας Θεός, που δεν παίρνει στα σοβαρά αυτή εδώ τη ζωήν του ανθρώπου, που δεν ενδιαφέρεται για τα συγκεκριμένα ιστορικά προβλήματα του, αλλά που υποβιβάζει τον ανθρώπινο βίο σε μια περίοδο εξιλασμού και ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, μπορεί βέβαια να είναι δίκαιος, αλλά δεν είναι ασφαλώς φιλάνθρωπος Θεός. Είναι ένας πατέρας εγωιστής και σαδιστής, που αρέσκεται να βλέπη το τέκνο του να βασανίζεται και να εκλιπαρή για να έχη ο ί διος τη χαρά να του προσφέρη, όποτε αυτός θελήση, τη σωτηρία. Αλλά μια τέτοια σωτηρία, είναι για το σύγχρονο, ενήλικο όπως αυτοχαρακτηρίζεται άνθρωπο, απαράδεκτη και ένας τέτοιος πατέρας είναι άχρηστος. Είναι προτιμότερο, κατά την άποψη αυτή, για το παιδί, να κόψη κάθε σχέση με τον Πατέρα και να προσπαθήση να σωθή μόνο του. Γι' αυτό και ο Σάρτρ, που δεν έχει γνωρίσει τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, για τη θεανθρώπινη συνεργία, σύμφωνα με την οποία η πίστη δεν καταπιέζει, αλλά αναπτύσσει και ολοκληρώνει τον άνθρωπο, τονίζει κατηγορηματικά ότι η πίστη στο δίκαιο αλλά σαδιστή θεό υποβιβάζει, εξευτελίζει και ψευτίζει τον άνθρωπο.

Συνέπεια λογική της τοποθέτησης αυτής είναι ότι για να υπάρξη ελεύθερος και γνήσιος ο άνθρωπος πρέπει να μην υπάρχη ο Θεό ς. Στο φοβερό έργο του που έχει τον ειρωνικό τίτλο: «Ο διάβολος και ο θεούλης» ο κεντρικός ήρωας, μετά από μια εναγώνια αναζήτηση της ευτυχίας κοντά στο διάβολο και κοντά στο θεά παρουσιάζεται να συμπεραίνη: «Εγώ υπάρχω... μόνος εγώ. Ικέτευα όλον αυτό τον καιρό για ένα σημείο, αλλά δεν πήρα καμμιά απάντηση. Ο Ουρανός αγνοεί ακόμα και το όνομά μου. Διερωτόμουνα κάθε στιγμή τι μπορούσα να είμαι εγώ στα μάτια του Θεού. Τώρα το ξέρω: Τίποτε. Ο Θεός δεν με βλέπει· ο Θεός δεν με ακούει. ο Θεός δεν με ξέρει. Βλέπεις αυτό το κενό πάνω από τα κεφάλια μας; είναι ο Θ εός. Αυτά το φάγωμα στην πόρτα; είναι ο Θεός. Αυτή την τρύπα στη γη; είναι ο Θεός. Η σιωπή είναι ο θεός. Η απουσία, είναι ο Θεός. Η μοναξιά των ανθρώπων, αυτό είναι Θεός. Όλον αυτό τον καιρό δεν υπήρχα παρά εγώ. Εγώ αποφάσισα το κακό. Εγώ μόνος μου βρήκα το καλό. Εγώ αμάρτησα. Εγώ έκανα τις καλωσύνες που έκανα. Εγώ σήμερα κατηγορώ τον εαυτό μου και εγώ μόνος μου μπορώ να τον συγχωρήσω. Εγώ ο άνθρωπος. Αν ο Θεός υπάρχη, ο άνθρωπος είναι μηδέν. Αλλά δεν υπάρχει Θεός. Χαρά. Δάκρυα, χαράς. Αλληλούια. Δεν υπάρχει Θεός». Και βλέποντας τη Χίλντα, μια γυναίκα, που πιο πριν δεν τολμούσε ούτε ν' ατενίση για το φόβο της αμαρτίας, να μπαίνη στη σκηνή, την πιάνει από τα χέρια φωνάζοντας της: «Ο Θεός πέθανε. Δεν έχουμε πλέον μάρτυρα. Μόνος μπορώ να βλέπω τα μαλλιά και το μέτωπό σου. Ω! πως είσαι μπροστά μου αληθινή, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ο Θεός. Επί τέλους είμαστε μόνοι».

Τα κείμενα αυτά δείχνουν με σαφήνεια πως το μεγαλύτερο τμήμα της σύγχρονης υπαρξιακής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας προσπαθεί να καταξίωση τον άνθρωπο ανεξάρτητα ή και ενάντια στο Θεό, πράγμα που οφείλεται, όπως είδαμε, στη λαθεμένη αντίληψη ότι ο Θεός δεν ενδιαφέρεται και δεν αγαπά, αλλά τιμωρεί και εξουθενώνει τον άνθρωπο. Και δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός οτι τα κείμενα αυτά είναι ακριβώς εκείνα, που έθρεψαν τη νέα ευρωπαϊκή γενιά. Στην Αμερική πάλι, η ίδια αντίδραση κατά του Θεού των σημερινών χριστιανών και της σύγχρονης συμβατικής θρησκευτικής ζωής παρουσιάστηκε κατά τρόπο πολύ πιο, θα λέγαμε, βιολογικό, με τη νεολαία των Χίππις, που φωνάζει: «Κύριοι, ο Θεός για τον οποίο μας μιλάτε δεν ζη. Και η ίδια η ζωή σας είναι νεκρή. Ένας Θεός που δεν αγγίζει την ύπαρξη μας, που δεν έχει σχέση με το σώμα μας, μας, είναι άχρηστος. Εμείς θα μπορούσαμε να παραδεχθούμε τον Ιησού, που μίλησε για την αγάπη. Ο δικός σας Θεός είναι απλώς χρήσιμος, γιατί σας συμβουλεύει. Τον χρησιμοποιείτε όπου θέλετε. Όπως εμείς χρησιμοποιούμε τη Μαριχουάνα. Αν υπάρχη ο Θεός ας ερθη να μας βρη εδώ που είμαστε. Αλλοιώς δεν υπάρχει Θεός».

Η πρόκληση αυτή του σύγχρονου άνθρωπου έφερε, όπως ήταν φυσικό, αναστάτωση στην Καθολική και Προτεσταντική Εκκλησία. Και η δυτική Θεολογία προσπάθησε να απάντηση. Το ελπιδιφόρο όμως κίνημα μερικών Γάλλων κυρίως θεολόγων να ξαναγυρίσουν στις πηγές και, τοποθετώντας στο κέντρο των θεολογικών τους αναζητήσεων την έννοια της Ιεράς Ιστορίας, να δημιουργήσουν μια βιολογική, λειτουργική και πατερική ανανέωση βάθους, δεν μπόρεσε να επιβληθή. Η κίνηση αυτή φαίνεται ότι μάλλον ξεπεράστηκε από τους μοντερνιστές, που, παρασυρμένοι από τα σύγχρονα ρεύματα, προσκολλήθηκαν στην επιφάνεια και δημιούργησαν, αντίστοιχη προς τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, τη λεγόμενη «θεολογία του θανάτου του Θεού».

Δύο είναι οι δασικές κατευθύνσεις της σχολής αυτής· πρώτη η γραμμή του Μπούλτμαν ο οποίος , επηρεασμένος βασικά από τον Χαϊντέγγερ βλέπει την ουσία του Χριστιανισμού στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο, σχέση η οποία και φέρνει ή, καλύτερα, η οποία είναι η σωτηρία. Η ιστορική διάσταση του Χριστιανισμού έρχεται, στην τοποθέτηση αυτή, σε εντελώς δεύτερη μοίρα, ο ιστορικός Ίησους, η ζωή, τα θαύματα, η ίδια η Ανάσταση του Χρίστου είναι ο μύθος, μια δηλαδή από τις πολλές εκφράσεις που να μπορούν να περιβάλουν την ουσία, και αφού σήμερα η έκφραση, η γλώσσα του κόσμου, ο πολιτισμός, έχει αλλάξει, είναι ανάγκη να αλλάξη και η έκφραση της ουσίας του Χριστιανισμού. Πρόκειται για την περίφημη θεωρία της «απομυθεύσεως».

Τις ακραίες συνέπειες της γραμμής αυτής αποκαλύπτει και υποστηρίζει η δεύτερη κατεύθυνση, σύμφωνα με την οποία για να μπόρεση η Εκκλησία να προσέγγιση τον εκκοσμικευμένο άνθρωπο της σημερινής εποχής, είναι ανάγκη να θέση μερικά θεμελιώδη ερωτήματα πάνω στην έννοια του Θεού, να φθάση να διερωτηθή σοβαρά για την πραγματικότητα των μυστηρίων και της Εκκλησίας, να αντιμετώπιση το θεμελιακό ερώτημα, μήπως ο Θεός δεν βρίσκεται πλέον στις σκέψεις και τις περιγραφές που δίνει το Ευαγγέλιο, και στις ιδέες «δόγματα» της Εκκλησίας, αλλά στην πραγματικότητα του κόσμου, μήπως δηλαδή το παραμικρότερο μυστήριο σήμερα, το αληθινό έργο του λαού, η σύγχρονη Χριστιανική λειτουργία (λεοῦ ἔργον ) πρέπει να είναι όχι η θεία Ευχαριστία, αλλά η προς τον πλησίον αγάπη, η πολιτική και ο συνδικαλισμός. Γύρω από αυτή την προβληματική γράφτηκαν βιβλία με τους χαρακτηριστικούς τίτλους «Θεός χωρίς Θεό», «Το Ευαγγέλιο του άθεου Χριστιανισμού», «Η νέα ουσία του Χριστιανισμού», «Ο θάνατος του Θεού και ο πολιτισμός της μεταχριστιανικής εποχής» κ.α.

II

Μπρος στο πολύπλευρο και πολυσήμαντο αυτό φαινόμενο του «θανάτου του Θεού» ποια μπορεί άραγε να είναι η στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ανατολής; Όπως σε κάθε θέμα δεν μπορεί παρά να είναι και εδώ ταυτόχρονα κριτική και οικοδομητική.

Προσπαθώντας να ερμηνεύση ο ορθόδοξος μελετητής το φαινόμενο του άθεου ουμανισμού, διαπιστώνει ότι πρόκειται στην ουσία το αμάρτημα του Αδάμ και ότι το prossesus του σύγχρονου α θεϊσμού επαναλαμβάνει, όπως αποκαλύπτουν τα ίδια τα κείμενα του, στις κεντρικές γραμμές τη διαδικασία της πτώσεως.

Η Αγία Γραφή διδάσκει πράγματι ότι ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και του έδωσε τον προορισμό να ενωθή μαζί Του. Ο σκοπός του ανθρώπου ήταν να υψωθή σε θεάνθρωπο. Για να γίνη αυτό έπρεπε ο Αδάμ, να προσανατολισθή σωστά, να τοποθετηθή θετικά μπροστά, στο Θεό και να βαδίση το δρόμο που ωδηγουσε σ' Αυτόν. Αλλά ο διάβολος κατώρθωσε να πείση ότι ο Θεός τον ζηλεύει και θέλει να τον κρατά δούλο του και έτσι τον κίνησε σε ανταρσία, τον παρέσυρε σ' ένα άλλο δρόμο, που θα τον ωδηγούσε δήθεν αμέσως και θα τον έκανε το ίδιο και κατά τ ρόπο αυτόνομο Θεό. Ο δρόμος ό μως αυτός ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος και έτσι η αλλαγή πορείας του Αδάμ δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ένας εκτροχιασμός, μια συντριβή στο κενό. Μακρυά από το χώρο στον οποίο ακούγεται ο ζωηφόρος Λόγος του Θεού, στη χώρα της ανυπακοής, ο άνθρωπος βρέθηκε πλέον και μακριά από την αληθινή ζωή. Έχασε την «πνοή της ζωής», που του έδωσε κατά τη δημιουργία ο Θεός. Ξανάγινε πάλι «χοῦς ἀπό τῆς γῆς», ξέπεσε στην απλή βιολογική, την «ἐν φθορᾷ» ζωή, που είναι ο θάνατος. Ο ζόφος και το σκοτάδι, η κυριαρχία των ενστίκτων, το άγχος της αυτοσυντηρήσεως κάνει στο εξής, μακριά από το Θεό, τον άνθρωπο αποκρουστικό και εχθρό τον ένα για τον άλλο. Ο Κάϊν σκοτώνει τον ’βελ και ο ανθρωπιστής Σάρτρ ανακαλύπτει με φρίκη ότι «οι άλλοι είναι η κόλαση του.».

Η απαγγελία του αυτόνομου ανθρωπισμού αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό πως είναι η διαβολική πρόκληση, που κάνει τον άνθρωπο να εξορίση από τον κόσμο του το Θεό: «θέλω ανθ ρώπους παντού, γύρω μου, πάνω μου, ανθρώπους που να μού κρύβουν τον ουρανό» (Σάρτρ). Το διώξιμο όμως του Θεού αφίνει αναπόφευκτα στον κόσμο ένα φρικαλέο κενό: «Σκότωσα το Θεό, γιατί με χώριζε από τους ανθρώπους, αλλά να που ο θάνατός του κάνει τελεσίδικο το χωρισμό» (Σάρτρ).

Η φιλάνθρωπη διάθεση του γιατρού της «Πανούκλας» Καμύ, παραχωρεί έτσι γρήγορα τη θέση της στον αδιάφορο για όλους και όλα «Ξένο». Η περιγραφή του μακάβριου κενού του θανάτου ολοκληρώνεται στο «Νεκροί χωρίς τάφο». Ενώ η αποσύνθεση της ζωής αποκαλύπτεται σ' όλη της την τραγικότητα σε έργα σαν τον «Τείχο» και το «Περιμένοντας τον Γκοντό».

«Τι μέρα είναι σήμερα; ρωτάει ο ένας αλήτης στο έργο αυτό.

- Πέμπτη.

- Πέμπτη είπε ότι θάρθη.

- Κι' αν σήμερα είναι Παρασκευή;

- Μπορεί νάναι και Τρίτη.

- Τι λες, ξαναρχόμαστε αύριο;

- Ναι, αλλά να φέρουμε και το σχοινί.

- Κι' αν δεν έρθη;

- Θα κρεμασθούμε.

-Αν ερθή;

- Θα σωθούμε». Και σε λίγο:

- «Είμαστε ανεξάντλητοι», λέει ο ένας.-«Για να μη σκεφτόσαστε», αποκρίνεται ο άλλος. «Όλο και βρίσκουμε κάτι που μας δίνει την εντύπωση πως υπάρχουμε»! «Υπάρχουμε, πάλι υπάρχουμε, αυτή η προαιώνια δυστυχία»!... «Και όλο λένε να φύγουν, σημειώνει ο κριτικός, και όλο κάθονται εκεί στο άδειο μέρος. ’λλωστε και να φύγουν και που μένουν δεν έχει νόημα. Είναι το ίδιο. Γιατί τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξη. Κι' αλλού δεν υπάρχει παρά ο ακίνητος θάνατος, κι' εδώ δεν υπάρχει παρά η θανάσιμη ακινησία».

Έτσι γίνεται φανερό ότι στην προσπάθεια τους, να σκοτώσουν τον Θεό, ο Αδάμ και οι σύγχρονοι αθεϊστές δεν κατορθώνουν παρά να σκοτώσουν τον άνθρωπο. Απομακρύνοντας από την κοινωνία τους το Θεό, χάνουν το κέντρο της ζωής τους, μένουν ανέστιοι, έρημοι και νεκροί. Τα ίδια τα κείμενα τους, ενώ μιλάνε για το θάνατο του Θεού δεν αποδεικνύουν στην πραγματικότητα παρά το θάνατο του ανθρώπου. Φαίνεται πως το ερώτημα «να ζη κανείς ή να μη ζη» βρήκε απάντηση στην εποχή μας: Να ζη κανείς και να μη ζη.

Σε ό,τι αφορά τώρα την προσπάθεια της δυτικής θεολογίας να λύση το οξύ περί Θεού πρόβλημα, ο ορθόδοξος μελητητής βρίσκεται στην ανάγκη να ομολογήση με ειλικρίνεια πόσο συμπαθής του είναι η προσπάθεια αυτή, αλλά και πόσο ανεπιτυχής και επικίνδυνη αποκαλύπτεται, στο φως της ορθόδοξης παράδοσης η λύση που δίνεται.

Το να μιλήση πράγματι ο θεολόγος τη γλώσσα της εποχής του είναι καθήκον πρωταρχικό. Η μεταγλώττιση του κηρύγματος είναι δικαίωμα αναφαίρετο που το χάρισε με τον Παύλο ο Χριστός στην κάθε εποχή και που το επιβεβαίωσε η πράξη των Πατέρων του Δ' και του ΙΔ' αιώνα. Αλλά και η πιστότης στην ιστορικότητα του Χρίστου, στο γεγονός δηλαδή ότι ο Λόγος του Θεου έγινε αληθινά και πραγματικά άνθρωπος τον καιρό του Καίσαρος Αυγούστου και ότι σταυρώθηκε, πέθανε και αναστήθηκε και, μολονότι αναλήφθηκε, συνεχίζει να βρίσκεται αληθινά και πραγματικά, ιστορικά, με τα μυστήρια μέσα στην Εκκλησία, η οποία αποτελεί στους αιώνες το ιστορικό σώμα του, αποτελεί τον πυρήνα του χριστιανισμού. Και αυτόν τον πυρήνα κινδυνεύουν να αρνηθούν οι δυτικοί θεολόγοι της σχολής του θανάτου του Θεού. Στην καλοπροαίρετη και ευγενική προσπάθεια τους να προσεγγίσουν τον άθρησκο σημερινό άνθρωπο, αντί να κατέβουν στην ουσία και να προσφέρουν στον άνθρωπο τον αληθινό Θεό, βγαίνουν στην επιφάνεια, εγκαταλείπουν διαδοχικά και οι ίδιοι τη θρησκεία, την Εκκλησία, το Χριστό, φθάνουν σ' ένα Θεό χωρίς Χριστό, σ' ένα Θεό άσαρκο, σε μια ιδέα, που μπορεί βέβαια να είναι ένας κάποιος φιλοσοφικός θεός, αλλά δεν είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός που σώζει. Έτσι η θεολογία αυτή μπορεί να είναι επίκαιρη, αλλά δεν είναι κήρυγμα σωτηρίας και, παρόλη τη συμπάθεια που μπορή να τρέφη ένας ορθόδοξος για τις προθέσεις της, δεν μπορεί παρά να τονίση οτι, αν τελικά επικρατήση στη Δύση, θα σημάνη αναπόφευκτα το ιστορικό τέλος του δυτικού χριστιανισμού.

Εκτός όμως από αυτό το βασικό κίνδυνο πρέπει να τονισθή πως η θεολογία της σχολής αυτής είναι ανίκανη να συζήτηση στην ουσία με τον αθεϊσμό. Και τούτο , επειδή η λύση την οποία προσφέρει είναι επιφανειακή και θεωρητική, δεν εγγίζει την ουσία των πραγμάτων και δεν αίρει ούτε στο παραμικρό τις ουσιώδεις περί Θεού και ανθρώπου παρεξηγήσεις, που ωδήγησαν στην κατά του Θεού επανάσταση του ουμανισμού.

Το σύγχρονο υπαρξιακό κίνημα ζητάει κατά τρόπο επίμονο και απόλυτο ένα αξιοπρεπές νόημα για τη ζωή και ένα αξιοπρεπή προορισμό για τον άνθρωπο. Αλλά η θεολογία του θανάτου του Θεού, αντί να ανεβάζη τον άνθρωπο, εκκοσμικεύει το Θεό και έτσι αναπόφευκτα υποβιβάζει ακόμα περισσότερο τον άνθρωπο. Στον φαύλο κύκλο που δημιουργείται η κίνηση είναι φυγόκεντρη και απομακρύνει όλο και περισσότερο τη δυτική σκέψη, φιλοσοφική και θεολογική, από την πραγματικότητα της σωτηρίας, που είναι η ιστορική ανασυγκρότηση και ανάσταση του ανθρώπου, δηλαδή η νοηματοποιήση , ενοποίηση και αθανατοποίηση της μιας και μοναδικής επίγειας μαζί και ουράνιας ζωής του.

Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η κεντρική αδυναμία της δυτικής σκέψης, δηλαδή ο χωρισμός και η αντίθεση ανάμεσα στο ιστορικό και το υπερβατικό, το επίγειο και το ουράνιο, το χρονικό και το αιώνιο. Όσα είπαμε ως εδώ έδειξαν, οτι η μεταγενέστερη δυτική θεολογία υποτίμησε το ιστορικό για χάρη του υπερβατικού, ότι ο ουμανισμός, φθάνοντας στο άλλο άκρο, απέρριψε το υπερβατικό για να διάσωση το ιστορικό, και ότι η μοντέρνα δυτική θεολογία, για να πλησίαση τον ουμανισμό, κηρύττει ένα νέο σχεδόν εξ ολοκλήρου εκκοσμικευμένο θεό. Αλλά έτσι η απομάκρυνση είναι μεγάλη και η ανάγκη για την παρέμβαση της Ορθοδοξίας αποκαλύπτεται άμεση.

III

Ποια όμως θα μπορούσε να είναι η συμβολή της Ορθοδοξίας στη λύση του προβλήματος αυτού; Τα όρια ενός άρθρου δεν επιτρέπουν να δοθή στο ερώτημα πλήρης και διεξοδική απάντηση. Μετά την παρουσίαση και την ερμηνεία του φαινομένου, εκείνο που μπορεί να γίνη στη συνέχεια είναι να προσδιορίσουμε μια νέα κατεύθυνση λύσεως, μια νέα προοπτική, μέσα στην οποία, το πρόβλημα μπορεί να κατανοηθή πληρέστερα και να λυθή ανετώτερα, να υπογραμμίσουμε δηλαδή μερικές βασικές και αναγκαίες για τη λύση του προβλήματος προϋποθέσεις.

Η νέα αυτή προοπτική, που προτείνει η Όρθοδοξία, μπορεί από την αρχή να χαρακτηρισθή όχι σαν κλασματική και αποσπασματική, αλλά σαν συνθετική και καθολική. Στην προοπτική αυτή τα πράγματα αντί να χωρίζωνται ή να αντιδιαστέλλωνται, αλληλοσυμπληρώνονται και ενώνονται. Αυτό φαίνεται καθαρά και στα τρία αντιθετικά ζεύγη, αιωνιότης ή χρόνος, μέλλουσα ή παρούσα ζωή, Θεός ή άνθρωπος, που όπως είδαμε βρίσκονται στη ρίζα του προβλήματος του θανάτου του Θεού και ταλαιπωρούν τις τελευταίες δεκαετίες τη Δύση. Για τη Δύση η ταλαιπωρία αυτή είναι φυσική και αναπόφευκτη, γιατί από τη στιγμή που οι πραγματικότητες, που αποτελούν τα παραπάνω ζεύγη χωρισθούν και τοποθετηθούν μπροστά στον άνθρωπο αντιθετικά, χάνουν την αυθεντικότητα τους, μετατρέπονται σε δυο φοβερές χοάνες, έτσι ώστε σε οποιαδήποτε κι αν προτιμήση να πέση ο άνθρωπος καταποντίζεται.

Ενώ στην ορθόδοξη προοπτική οι πραγματικότητες αυτές συνυπάρχουν, η μια προσδιορίζει την άλλη και ταυτόχρονα ολοκληρώνεται από την άλλη.

Ο χρόνος προσδιορίζει, μέσα στην ορθόδοξη παράδοση, κάνει συγκεκριμένη και αποκαλύπτει την αιωνιότητα, ενώ η αιωνιότης ολοκληρώνει το χρόνο, αποτελεί το τέλος του, δηλαδή το σκοπό και το περιεχόμενο του.

Η σχέση αυτή αποκαλύπτεται πολύ πιο στενή στο δεύτερο ζεύγος, σε ό,τι δηλαδή αφορά τη μέλλουσα και την παρούσα ζωή του ανθρώπου. Για την Ορθοδοξία η ζωή του ανθρώπου είναι μία και ενιαία, είναι η ζωή ενός και του αυτού προσώπου, το οποίο αρχίζει να υπάρχη εδώ και συνεχίζει να υπάρχη χωρίς καμιά διακοπή στον ουρανό. Έτσι η μέλλουσα ζωή δεν συνθλίβει ούτε σχετικοποιεί την παρούσα, αλλά αντίθετα, της δίνει νόημα και συνέχεια, αφού ό,τι κάνουμε σ' αυτή τη ζωή δεν είναι τυχαίο και αποσπασματικό, αλλά είναι κάτι που προορίζεται να μείνη και στην άλλη. Αυτή είναι και η άποψη της Αγίας Γραφής, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν είναι μια ψυχή φυλακισμένη σ' ένα σώμα, δηλαδή μια ψυχή που θα αρχίση να ζη, όταν ελευθερωθή από το σώμα, αλλά ένα πρόσωπο, που αρχίζει να ζη μια χρονική στιγμή και καλείται να μη πεθάνη, αλλά να ζήση αιώνια. Ψυχή, όπως είναι γνωστό σημαίνει στη γλώσσα της Αγίας Γραφής, ζωή, και το «τί ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδίσῃ τήν δε εὐχήν αὐτοῦ ζημιωθῇ» σημαίνει ακριβώς «τι θα ωφεληθή ένας άνθρωπος αν κερδίση όλο τον κόσμο και χάση τη ζωή του;» ή «τι αντάλλαγμα μπορεί να δώση κανείς σ' έναν άνθρωπο για να πάρη τη ζωή του;» Έτσι η αντίδραση του Καμύ στο να δεχθή τη μέλλουσα ζωή, που είδαμε οτι οφείλεται στο γεγονός πως δεν βλέπει να υπάρχη καμιά σχέση ανάμεσα σ' αυτή και σε τούτη εδώ τη ζωή, γίνεται φανερό ότι στην προοπτική αυτή αίρεται. Είναι μάλιστα από την άποψη αυτή χαρακτηριστική η αναφώνηση του όταν διάβασε το βιβλίο· του Λόσσκυ «Η μυστική θεολογία της Εκκλησίας της Ανατολής»: «Επί τέλους τώρα μπορούμε να συζητήσουμε με τον Χριστιανισμό».

Η αποτελεσματικότητα της καθολικής αυτής ορθόδοξης προοπτικής γίνεται φανερώτερη στην άρση του τρίτου αντιθετικού ζεύγους, στην κατάσταση της αντιδικίας ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Η σχετική διδασκαλία των ορθοδόξων Πατέρων της Ανατολής θεωρεί τον άνθρωπο ως τη «δόξα», δηλαδή την φανέρωση και την εικόνα του Θεού, πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι για την ορθοδοξία αληθινά και πραγματικά, η εν χρόνω αποκάλυψη του Θεού, αλλά ταυτόχρονα και ότι ο άνθρωπος δεν βρίσκει την ολοκλήρωση και πληρότητα του παρά μόνο στο Θεό. Το ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο «κατ' εικόνα Του» σημαίνει για τους ορθόδοξους Πατέρες ότι τον έπλασε με τον προορισμό να ενωθή μαζί Του. Ο άνθρωπος, λέει ο Μ. Βασίλειος, είναι «Θεός κεκελευσμένος». Τείνει προς το Θεό, καλείται να υψωθή ως το Θεό, να γίνη Θεάνθρωπος. «Καί γάρ διά τόν καινόν ἄνθρωπον (τον Θεάνθρωπο), γράφει ο Νικόλαος Καβάσιλας, συζητώντας τον ΙΔ' αιώνα με τους ανθρωπιστές, «ἀνθρώπου φύσις συνέστη τό ἐξ ἀρχῆς· καί νοῦς καί ἐπιθυμία πρός Ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καί λογισμόν ἐλάβομεν, ἵνα τόν Χριστόν γινώσκωμεν· ἐπιθυμίαν, ἵνα πρός Ἐκεῖνον τρέχωμεν· μνήμην ἔσχομεν ἵν' Ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεί καί δημιουργημένους Αὐτός ἀρχέτυπον ἦν.». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κατά τον ίδιο Πατέρα, ο Θεάνθρωπος είναι το ύψιστο «κατάλυμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων», το έσχατο και το ακρότατο των εφετών. Έτσι ο Θεάνθρωπος, που, αντί να χωρίζη, ενώνει πλέον υποστατικά, ασύγχυτα, και αδιαίρετα, το Θεό και τον άνθρωπο, είναι η καλύτερη αποκάλυψη και του ανθρώπου και του Θεού, το κλειδί για την κατανόηση ολόκληρο του Ορθοδόξου Χριστιανισμού. Ο Θ εάνθρωπος Χριστός ολοκληρώνει τον άνθρωπο, αποκαλύπτει το Θεό, είναι η τελείωση της Ιστορίας. Γι' αυτό και αποτελεί το ύψιστο και έσχατο κριτήριο της Ορθοδοξίας.

Ο Θεός και άνθρωπος Χριστός είναι, πρώτα η αποκάλυψη της αληθινής φύσεως του ανθρώπου, γιατί είναι ο τελειότατος Υιός του ανθρώπου, το ύψιστο γέννημα της ανθρωπινής φύσεως, ο άνθρωπος εκείνος που αναδύεται, εμφανίζεται στην ιστορία, τη στιγμή που η ανθρώπινη φύση φθάνει στον έσχατο προορισμό της, που ενώνεται υποστατικά με τη θεία. Υπήρξαν πολλοί άθεοι μέσα στους αιώνες που υπεστήριζαν ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνη Θεός ανεξάρτητα από το Θεό. Αλλά η αίρεση ποτέ δεν είναι τόσο τολμηρή όσο η αλήθεια. Και κανένας ποτέ αιρετικός δεν έφθασε στην τόλμη των ορθόδοξων Πατέρων, οι οποίοι, ό πως τους ερμηνεύει με σαφήνεια απαράμιλλη στις Θεομητορικές ομιλίες του ο Καβάσιλας, τονίζουν ότι με τη χάρη του Θεού ο άνθρωπος όχι απλώς μπορεί να γίνη θεός, αλλά και να γέννηση μέσα στην ιστορία το Θεό. Για την Ορθοδοξία το μεγαλείο της ανθρώπινης φύσης είναι ακριβώς το όχι· αξιώνεται να γίνη Θεοτόκος. Και αυτό το μεγαλείο αποκαλύπτει, διασφαλίζει και πιστοποιεί ο Μονογενής Υιός της Θεοτόκου.

Αλλά ο Θεός και άνθρωπος Χριστός αποκαλύπτει και την πραγματική φύση του Θεού, γιατί αποκαλύπτει την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και είναι γνωστόν όχι το ’γιο Πνεύμα βεβαιώνει με τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην ότι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Πρόκειται για μια αγάπη που δεν είναι οίκτος ή ελεημοσύνη, αλλά πραγματική φιλία, βαθύς δηλαδή σεβασμός και εκτίμηση, φιλανθρωπία. Γιατί ο Θεός, παρόλο που μπορεί, δεν νικά ο ίδιος με τη δύναμη Του το θάνατο και το διάβολο, δεν χαρίζει συγκαταβατικά στον άνθρωπο τη σωτηρία, αλλά γίνεται αληθινός και πραγματικός άνθρωπος, έτσι ώστε ένας άνθρωπος να νικήση το θάνατο, για να μπορούν στη συνέχεια όλοι οι άνθρωποι να τον νικήσουν. Υπομένει ο Θεός, σαν άνθρωπος που ήταν, τους εμπτυσμούς και τους κολαφισμούς, για να καθαρισθή και να λάμψη, στο αρχέγονο κάλλος του ο άνθρωπος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πιλάτος τη Μ. Παρασκευή, δείχνοντας τον ταπεινωμένο Θεό, αναφωνεί το αποκαλυπτικό: «Ἴδε ὁ ἄνθρωπος».

Ακόμα περισσότερο, ο Θεός συγκαταβαίνει, πεθαίνει αληθινά και πραγματικά σαν άνθρωπος πραγματικός που ήταν, και, αφού ήταν Θεός, ανασταίνεται. Και έτσι μέσα στο Χριστό ανασταίνεται ο άνθρωπος. «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν... τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ο σκοπός συνεπώς για τον οποίο πεθαίνει ο Θ εός, γίνεται έτσι φανερό, ότι είναι η ανάσταση του ανθρώπου. Και αυτό ακριβώς το σκοπό θέλει να κάνη φανερό και να πιστοποίηση ο Κύριος όταν λίγες μέρες πριν από το θάνατο Του περνάει από τη Βηθανία και ανασταίνει το Λάζαρο. «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ Σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός», τονίζει το Απολυτίκιο της εορτής.

Αλλά ήδη γίνεται φανερό πως η ορθόδοξη προοπτική, στην οποία προσπαθήσαμε να τοποθετήσουμε το θέμα μας, μας οδηγεί στον πυρήνα του προβλήματος , τον ιστορικά δηλαδή και πραγματικό θάνατο του Ιησού Χριστού. Και φθάνοντας στον πυρήνα βλέπουμε να ξεπηδάη μπροστά μας και η λύση. Γιατί η ίδια η φύση των πραγμάτων μας παρουσιάζει με σαφήνεια σαν ορθόδοξη απαίτηση στο κήρυγμα του θανάτου του Θεού το Ευαγγέλιο της αναστάσεως του ανθρώπου.Το σημείο αυτό είναι ένα από τα κεντρικά θέματα της χαρμόσυνης αγγελίας της σωτηρίας. Ακριβέστερα, είναι η ίδια η σωτηρία. «Εἰ γάρ νεκροί οὔκ ἐγείρονται», διακηρύττει ο Απ. Παύλος, «ματαία ἡ πίστις ἡμῶν». «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων». Και ο ιερός Χρυσόστομος καλεί τους ανθρώπους σε πανηγυρισμό: Κανείς πλέον ας μη θρηνή για αμαρτίες και πταίσματα· «συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτήρας θάνατος». Πλέον «ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι».

Από το ύψος αυτό της αληθινής και πραγματικής αναστάσεως του ανθρώπου ολόκληρη η προβληματική των φιλοσόφων και των θεολόγων του θανάτου του Θεού γίνεται φανερό πως βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα. Είδαμε πράγματι, ότι οι εκπρόσωποι της σχολής αυτής μιλούν όχι για τον ιστορικό θάνατο του Θεού, αλλά για το θάνατο μιας ιδέας περί του Θεού. Ο θάνατος του Θεού είναι γι' αυτούς ένα λεκτικό τέχνασμα, που χρησιμοποιείται για να καλύψη την όζουσα πραγματικότητα, που, όπως μας έδειξε η σύντομη μελέτη των κειμένων τους, είναι και γι' αυτούς τους ίδιους ο θάνατος του ανθρώπου. Αλλά το κήρυγμα της Ορθοδοξίας, που δεν είναι μια ιδεολογία ή μια φιλοσοφία, άλλα μια πραγματική ιστορία, είναι πραγματικός και ιστορικός θάνατος του Θεού, που φέρνει ακριβώς την πραγματική και ιστορική ανάσταση του ανθρώπου. «Ὁ δέ Ἰησοῦς... κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφήκε τό πνεῦμα. Καί ἰδού τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο, καί ἡ γή ἐσχίσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν καί τά μνημεῖα ἀνεώχθησαν καί πολλά σώματα, τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη· καί ἐξελθόντα ἐκ τῶν μνημείων εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγίαν πόλιν καί ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς».

Έτσι γίνεται φανερό πως η Ορθόδοξη θεολογία μπορεί να κηρύξη πολύ πιο πραγματικά από τους άθεους το θάνατο του Θεού. Την Μ. Παρασκευή στον Επιτάφιο οι ορθόδοξοι πιστοί γιορτάζουν αληθινά και πραγματικά αυτό το θάνατο. Αλλά, το θαύμα της Μ. Παρασκευής είναι ότι οι πιστοί κηδεύοντας το Θεό πανηγυρίζουν τη νέκρωση του θανάτου και την ανάσταση των νεκρών. «Τέτρωται Ἄδης ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τόν τρωθέντα λόγχῃ τήν πλευράν· καί στένει πυρί θείῳ δαπανώμενος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελωδούντων, Λυτρωτά, ὁ Θεός εὐλογητός εἶ». «Σύ γάρ τεθείς ἐν τάφῳ κραταιέ, ζωαρχική παλάμη τά τοῦ θανάτου κλείθρα διεσπάραξας καί ἐκήρυξας τοῖς ἀπ' αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σώτερ, γεγονώς νεκρῶν πρωτότοκος». Ο Χριστός λοιπόν πέθανε πραγματικά, αλλά πέθανε για να συνάντηση τον άνθρωπο εκεί που βρίσκεται, μέσα στη φθορά και το θάνατο, μέσα στην οδύνη και την απογοήτευση, μέσα στο ανόητο και το παράλογο, και να τον αναστήση.

Αν δεν πέθαινε η σάρκωση Του δεν θα ήταν πλήρης, θα ήταν φαινομενική. Αλλά πέθανε πραγματικά, γιατί πήρε στα σοβαρά τη θνητή κατάσταση σας. Γιατί έγινε σε όλα τα σημεία, εκτός από την αμαρτία, ό,τι είμαστε κι εμείς. Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό, εκτροχιάστηκε στο κενό και εξαφανίστηκε μέσα στην αμαρτία. Και ο Θεός κενώνεται μέσα στο χώρο της αμαρτίας, φοράει αναμάρτητα σαν σάρκα Του τη σάρκα της αμαρτίας και την αγιάζει. Χύνεται σαν μύρο στο βόρβορο της δυσωδίας και μετατρέπει τη δυσωδία σε ευωδία. Ζη την απλή καθημερινή ζωή του ανθρώπου και της δίνει νόημα, τη γεμίζει από την αιωνιότητα. Εργάζεται χειρωνακτικά για να φανέρωση ότι και η πιο μονότονη καθημερινή δουλειά έχει αιώνιο σκοπό και περιεχόμενο. Υποφέρει, θλίβεται, αγωνία για να μη μείνη κανένα τμήμα και καμιά μορφή της ανθρώπινης ζωής, που να μη την έχει ο ίδιος ζήσει. Και, ολοκληρώνοντας αυτή τη συμμετοχή στα ανθρώπινα, φθάνει ως το θάνατο. Γιατί θέλει να είναι κοντά, μας οπουδήποτε κι αν βρισκόμαστε. Έτσι, αν βρεθούμε στη χειρότερη απελπισία, πρέπει να ξέρουμε ό τι ο Χριστός, είναι δίπλα μας, γιατί έζησε την απελπισία. Αν βρεθούμε στην αγωνία, ο Χριστός είναι πάλι δίπλα μας, γιατί έζησε την αγωνία. Αν βρεθούμε σε εγκατάλειψη και μοναξιά, μπορούσε να ξέρουμε πως κανείς δεν υπήρξε περισσότερο μόνος από Αυτόν που ένοιωσε πάνω στο Σταυρό να τον εγκαταλείπη ο ίδιος ο Πατέρας Του. Όσο χαμηλά και να κατέβουμε, όσο και να ξεπέσουμε, ο Χριστός εέναι κάτω από μας, αφού βρίσκεται στον ’δη. Ακόμα κι αν πεθάνουμε, μέσα στο χάος του θανάτου μας περιμένει ο Χριστός.

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ο θάνατος του Θεού δεν είναι η απογοήτευση, αλλά η παρηγοριά και η ελπίδα των πιστών. «Ο Σταυρός Σου Κύριε, ζωή και ανάστασις υπάρχει τω λαώ σου». Και το κήρυγμα του θανάτου του Θεού αποδεικνύεται έτσι το καύχημα, η νίκη και η δόξα όχι των άπιστων, αλλά της Εκκλησίας. Ο θάνατος του Θεού είναι ταυτόσημος με την ανάσταση του Χριστού. Ο Θεός πέθανε, αλλά ο Χριστός ανέστη. Μια Κυριακή πρωί στην Ιερουσαλήμ επί Ποντίου Πιλάτου ανέστη αληθινά και πραγματικά ο Χριστός. Πράγμα που σημαίνει ότι ανέστη αληθινά και πραγματικά ο άνθρωπος. Γιατί ο Χριστός αναστάς, συνέτριψε τα δεσμά της φθοράς και ελευθέρωσε τον αυτοδεσμώτη άνθρωπο, νέκρωσε το κεντρί του θανάτου και χάρισε στον άνθρωπο τη ζωή. Γκρέμισε το μεσότειχο του φραγμού, «ἥνωσε τά τό πρίν διεστῶτα», έφερε στο θάνατο τη ζωή, στο χρόνο την αιωνιότητα, στη γη τον ουρανό, στον άνθρωπο το Θεό, «πάντα ἀναμίξ γέγονε».

Αφού όμως η ανάσταση αυτή του ανθρώπου είναι ανάσταση όχι μονάχα της ψυχής, μα και του σώματος του, είναι φυσικό να ακολουθήται και από την ανάσταση των έργων του ανθρώπου, του πολιτισμού, και μαζί και της κτίσης, που είναι η προέκταση του σώματος του ανθρώπου. Μετά την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, το ’γιο Πνεύμα ξεχύνεται σε ολόκληρη την κτίση, το ψωμί και το κρασί μετατρέπονται σε Σώμα και σε Αίμα Χριστού. Σπάζουν οι περιορισμοί του τόπου και του χρόνου, αρχίζει ο καινούργιος λειτουργικός χρόνος και ο καινούργιος λειτουργικός χώρος, εγκαινιάζονται οι καιροί των εσχάτων.

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ἦ ἐστερέωται».

«Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ· ἡ γάρ δόξα Κυρίου ἐπί σέ ἀνέτειλε· χόρευε νῦν καί ἀγάλλου Σιών· σύ δέ ἁγνή τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου».

Το οτι πέθανε λοιπόν ο Θεός έγινε φανερό πως σημαίνει για την Ορθοδοξία ότι ανέστη ο άνθρωπος και κάθε τι που δημιουργεί ο άνθρωπος, ότι, σε τελευταία ανάλυση, έχει νόημα και ενδιαφέρον, ότι γίνεται ωραία και αθάνατη η ζωή.

Χριστός Ανέστη, αδελφοί!

* Την ομιλία οργάνωσε γιά το κοινό της πόλεως του Ηρακλείου Κρήτης το «Παγκρήτιο Εκπαιδευτήριο», το Πάσχα του 1972.



Αποστολική Διακονία

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Και συνανυψώ υμάς εις την άνω Ιερουσαλήμ...


Ἐρχόμενος ὁ Κύριος, πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος, τοῖς Ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ. Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ παραδοθήσεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθώς γέγραπται περὶ αὐτοῦ. Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι' αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ, καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ, οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, διὰ τὸ παθεῖν· ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρά μου, καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου, καὶ Θεὸν ὑμῶν, καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Ωσσανά και σταυρωθήτω





Περάσαμε και εφέτος, μέσα από το αγωνιστικό στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Διήλθαμε την ανακαινιστική οδό της μετανοίας. Κολυμβήσαμε στο πέλαγος της νηστείας. Την ψυχωφελή πληρώσαμε Τεσσαρακοστή. Και σήμερα Κυριακή των Βαΐων, αναφωνούντες κι εμείς το «Ωσανά, ευλογημένος, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» μετά Βαΐων και κλάδων, εισερχόμεθα στην Αγία και Μ. Εβδομάδα.

Προχωράμε στην κορύφωση του μεγίστου των Μυστηρίων. Της αφάτου δι’ ημάς Θείας οικονομίας. Στο μεγαλείο του Σταυρού, στο θαύμα του ζωογόνου Τάφου, στο θρίαμβο της Αναστάσεως. Η Αγία και Μ. Εβδομάδα διανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Το αποκορύφωμα και το επιστέγασμα της πνευματικής πορείας που ξεκινήσαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και που όλες αυτές τις ημέρες, έχοντας σ’ αυτήν στραμμένο το βλέμμα μας, με πόθο ιερό και καρδιά γεμάτη κατάνυξη αναφωνούσαμε: «παράσχου και ημίν αγαθέ τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίτην αδιαίρετον τηρήσαι τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι ώστε ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν»

«Γιατί όμως την ονομάζουμε μεγάλη, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος; Επειδή κάποια μεγάλα και απόρρητα τυχαίνει να υπάρξουν, για μας, μέσα σ’ αυτήν, αγαθά. Επειδή μεγάλα σε μας έγιναν κατ’ αυτήν απ’ το Δεσπότη κατορθώματα. Και λοιπόν μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα την Μεγάλη, η χρόνια του διαβόλου καταλύθηκε τυραννία. Ο θάνατος σβήστηκε. Ο ισχυρός δέθηκε. Τα σκεύη του (τα όργανα και οι πλεκτάνες του) διαρπάγησαν. Η αμαρτία αναιρέθηκε. Η κατάρα καταλύθηκε. Ο Παράδεισος ανοίχτηκε. Ο ουρανός προσπελάσιμος έγινε. Οι άνθρωποι με τους αγγέλους αναμείχτηκαν. Το μεσότοιχο του φραγμού σηκώθηκε. Ο της ειρήνης Θεός, ειρήνη έβαλε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Για τούτο Μεγάλη ονομάζεται εβδομάδα».

Είναι λοιπόν Μεγάλη η εβδομάδα στην οποία προχωρούμε, όχι για τις μέρες της, ούτε για τις ώρες της. Σε τίποτε τέτοιο δεν διαφέρει από τις άλλες, μα και σε τίποτε δεν μοιάζει με όλες τις άλλες. Είναι μεγάλη γιατί μέσα σ’ αυτήν συγκαιφαλαιούται το θαύμα του Χριστιανισμού, τελεσιουργείται και τελειώνεται το μέγα και μοναδικό Μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως, κορυφώνεται η δόξα της Ορθοδοξίας. Είναι μεγάλη γιατί ο ίδιος ο Θεός, για χάρη δική μας οδηγείται στα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη. «Τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην. Και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον». Είναι μεγάλη γιατί…μεγάλη και η δική μας υποκρισία, ο εγωισμός, η αγνωμοσύνη, η κακία. Σήμερα με ενθουσιασμό φωνάζουμε «Ωσαννά», αύριο αλλόφρονες θα κραυγάζουμε «Σταυρωθήτω».

Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπος η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Πλήθη αναρίθμητα συγκεντρώθηκαν για να ζητωκραυγάσουν τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Τον ανακαινιστή του κόσμου, τον αναμορφωτή της ζωής, τον αναμενόμενο Μεσσία. Τέτοια ήταν η υποδοχή ώστε, «Εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις».Αυτός προχωρεί. Εισέρχεται στη αγία πόλη. Την πόλη την φονεύσασα τους προφήτας, την πόλη που έσβηνε κάθε φωνή που ήταν ελεγκτική γι’ αυτήν. Εισέρχεται «καθήμενος επί πώλον όνου»,γνωρίζοντας ότι στην κορυφή του Γολγοθά τον περιμένει ο Σταυρός. Γνωρίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο ενθουσιασμός , αμέσως μετά άρδην θα μετατραπούν. Το μίσος, ο φθόνος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, θα μεταβάλουν το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σε «Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν».

Αλλά, η ιστορία αυτή είναι τόσο παλιά, μα και τόσο καινούρια. Ο Χριστός σταυρώθηκε μεν πριν 2000 χρόνια, αλλά έκτοτε συνεχίζει καθημερινά να ξανασταυρώνεται. Το «Ωσαννά» και το «Σταυρωθήτω», στο πρόσωπο του Χριστού είναι δυο αλληλένδετες έννοιες που ποτέ δεν ξεχώρισαν, ποτέ δεν έπαψαν να συνοδεύουν το Χριστό, και παράλληλα να είναι η πτώση και η ανάσταση η δική μας. Ακούει και σήμερα ο Χριστός το «Σταυρωθήτω», από πολλούς και διαφόρους «Χριστοκάπηλους». Από αυτούς που το ευαγγέλιο στέκεται εμπόδιο στα άνομα σχέδια τους. Από αυτούς που βάζουν μέσα σε καλούπια τη διδασκαλία Του, που τον χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους, και τον εκμεταλλεύονται για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Ακούει το «Σταυρωθείτω» από αυτούς που δεν διστάζουν να τον ανταλλάξουν με το χρυσό στην πρώτη ευκαιρία, από αυτούς που εύκολα τον ξεπουλάνε και τον αποστρέφονται μη τυχόν και διακινδυνεύσουν τον ευδαιμονισμό τους, κάτι δικό τους.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, απ’ τους διώκτες της πίστεως, τους καταφρονητές της Εκκλησίας, τον υλισμό, τον ορθολογισμό την αθεΐα. Χιλιάδες οι στομφώδεις διαλέξεις, οι πομπώδεις στα τηλεοπτικά παράθυρα αμπελοφιλοσοφίες, ατέλειωτη η αμφισβήτηση από γνωστούς και μη εξαιρετέους αρνητές και Χριστομάχους Σε τόνους μετριέται η μελάνη που καθημερινά χύνεται, με στόχο μοναδικό να σπιλωθεί το όνομα Του, να υβριστεί η θεότητα Του, να συκοφαντηθεί και να γελοιοποιηθεί η εκκλησία Του. Δηλητήριο δραστικότατο, περιτυλιγμένο με το χρυσόχαρτο, άλλοτε της ελευθερίας, άλλοτε της δημοκρατίας, άλλοτε της τέχνης, που προσπαθεί να δηλητηριάσει τις ψυχές και να κρημνίσει την πίστη. Ξανασταυρώνεται ο Χριστός απ’ την θολοκουλτούρα της εποχής, που εκτινάζει στο πρόσωπο Του τη λάσπη που έχει συσσωρεύσει μέσα της, τα αμαρτωλά της απωθημένα, τα βλαβερά και τοξικά κατάλοιπα του υποσυνείδητου της.

Μα ο Χριστός ξανασταυρώνεται και από μας τους ίδιους. «Ενώ ανήκουμε σ’ Αυτόν, γράφει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, ανήκουμε και στον αντίδικο μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς ύποπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στη ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπεια είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρηση μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπο του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνση μας από τη σώζουσα χάρι των μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνηση μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε από αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητος που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. Όλα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας».(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ. ΜΗΤΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ « ΤΟ ΘΕΙΟ ΠΑΘΟΣ»).

Δυο λοιπόν οι στάσεις ανέκαθεν απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού. Η πρώτη εκδηλώνεται με την ανείπωτη χαρά της συνάντησης μαζί Του. Εκφράζεται με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές της ψυχής –το μυστικό προσωπικό μας «Ωσαννά»-, υπογράφεται με την ταύτιση μας μαζί Του. Είναι στάση θαυμασμού, ευγνωμοσύνης, αγάπης, αφοσίωσης σ’ Αυτόν. Η δεύτερη, είναι στάση αποστροφής, προδοσίας, εχθρότητας, εγωπάθειας, κακεντρέχειας, υπερφίαλης και προβληματικής προσωπικότητας. Είναι η στάση του «Σταυρωθήτω»,ανά τους αιώνας.

Σήμερα λοιπόν, ο Ιησούς μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Μπαίνει και εκούσια, προχωρεί στο πάθος, στο Σταυρό, στον τάφο. Ακούει το «Ωσαννά» και γνωρίζει ότι θα ακούσει αμέσως μετά το «Σταυρωθήτω». Μαζί του προχωράμε κι εμείς. Ποια όμως η στάση μας απέναντι του; Με ποιους θα ταυτιστούμε και τι θα φωνάξουμε; Πόσοι από μας θα καταφέρουμε να βροντοφωνάξουμε μέσα απ΄ ην καρδιά μας το «Χριστός Ανέστη», την επόμενη Κυριακή και να νιώσουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων;

Γι αυτό μας λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Αδελφοί και πατέρες, πλησιάζει, η ημέρα του Πάσχα , αφού συν Θεώ περάσαμε την νηστεία. Αλλά γιατί βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πάσχα, αυτό που έρχεται και φεύγει; Δεν το γιορτάσαμε αυτό πολλά χρόνια; Και το Πάσχα λοιπόν αυτό θα περάσει. Διότι δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο σ’ αυτόν τον αιώνα. «Οι ημέρες μας φεύγουν σαν τη σκιά»(Ψαλμ. ρμγ΄.4), και ο βίος μας πορεύεται όπως ο καβαλάρης ταχυδρόμος, ώσπου να μας φέρει στο τέλος της ζωής. Τι λοιπόν δεν είναι επιθυμητό το Πάσχα; Είναι επιθυμητό και μάλιστα πολύ. Πώς θα μπορούσε να πει κανείς όχι; Αλλά το Πάσχα που επιτελείται κάθε μέρα. Και τι είναι αυτό; Είναι ο καθαρισμός των αμαρτιών, η συντριβή της καρδιάς, το δάκρυ της κατανύξεως, η καθαρή συνείδηση, η νέκρωση των μελών που είναι στη γη, της πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους, κακής επιθυμίας (Κολ. Γ΄.5), ίσως και κάποιας άλλης πονηρίας που παρατηρείται. Διότι όποιος καταξιώνεται να ζει αυτά, όχι μόνο μια φορά το χρόνο, αλλά για να πω έτσι, κάνει Πάσχα, κάθε μέρα, και γιορτή πολυπόθητη. Και όποιος δεν έχει τα όσα είπαμε πριν, αλλά τον κρατούν τα πάθη, αυτός δεν μπορεί να γιορτάζει. Διότι πως μπορεί να γιορτάζει αυτός που έχει Θεό την κοιλιά; Και πως αυτός που φλέγεται από σαρκική επιθυμία; Πως αυτός που λιώνει από φθόνο; Πως αυτός που βυθίζεται στη φιλαργυρία; Πως αυτός που υποδουλώνεται στην κενοδοξία; Πως αυτός που οδηγείται από όλα τα άλλα, πάθη; …Διότι δεν μπορεί να φωτίζεται αυτός που είναι στο σκοτάδι, αυτός που ταλαιπωρείται από τις αμαρτίες να γιορτάζει…».

Γι’ αυτό λοιπόν τη μοναδική αυτή νύχτα της Αναστάσεως, ας μην έλθουμε σαν απλοί πανηγυριστές. Έτσι …για το καλό, έτσι γιατί το βρήκαμε. Ας μην περιορίσουμε το Χριστιανισμό μας σε 10 λεπτά οχλοβοής, σπρωξίματος, επίδειξης, τυπικών ευχών και μετά… «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…».

Ας μην φωνάξουμε με τον τρόπο μας για μια ακόμη φορά το «Σταυρωθήτω».Αλλά να έρθουμε με την βεβαιότητα ότι: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος…»

Καλη ανάσταση

π. Γεώργιος Αλεντάς

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Ευχαριστούμε την σελίδα "Ελληνικά Λειτουργικά Κείμενα" ,  

από την οποία αντλούμε τα υμνογραφικά. Η δουλειά τους είναι σπουδαία και αξίξει θερμά συγχαρητήρια.

Επίσης και όλες τίς άλλες σελίδες και ιστολόγια απ'τις οποίες ερανίζουμε την ποικιλλία των αναστάσιμων θεμάτων και των εικόνων προς δόξαν Αναστάντος Χριστού.

(Εικόνα προμετωπίδας από holytrinitybut.org)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ' αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ' αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ' αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. ( Αποκ. ΚΑ΄)

Eπίσης γράφω...

  • - Ο Σωτήρας μας Χριστός δεν έδωσε το ζων ύδωρ μόνο στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους. Το έδωσε κι εξακολουθεί να το δίνει μέχρι σήμερα σε κάθε άνθρωπο ...
    Πριν από 3 μήνες
  • - Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό "Νέα εστία" το 1933 πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. [...Είχα διηγηθεί άλλοτε την...
    Πριν από 6 χρόνια
  • - Λόγω περιορισμένου χρόνου και αποκλειστικής σχεδόν πλέον ενασχόλησης με το fb, αναστέλλεται η λειτουργία των εξής τριών ιστολογίων: ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ...
    Πριν από 12 χρόνια
  • - Λόγω περιορισμένου χρόνου και αποκλειστικής σχεδόν πλέον ενασχόλησης με το fb, αναστέλλεται η λειτουργία των εξής τριών ιστολογίων: ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤ...
    Πριν από 12 χρόνια

Περνούν και διαβάζουν...