Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον, Ιησούν τόν μόνον αναμάρτητον. Τόν σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνούμεν, και τήν αγίαν σου ανάστασιν υμνούμεν και δοξάζομεν· συ γαρ ει Θεός ημών, εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν. Δεύτε πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν τήν του Χριστού αγίαν ανάστασιν· ιδού γαρ ήλθε διά του σταυρού, χαρά εν όλω τω κόσμω. Διά παντός ευλογούντες τόν Κύριον, υμνούμεν τήν ανάστασιν αυτού. Σταυρόν γαρ υπομείνας δι ημάς, θανάτω θάνατον ώλεσεν 

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Η αναστάσιμη χαρά της βασιλείας, μάς θέλει όλους κοινωνούς


Λουκά κεφ. ιέ' στίχοι 11-32


Κάθε φορά , αδελφοί μου, που θα διαβάσουμε την περικοπή από την παραβολή του Ασώτου μένουμε πραγματικά έκθαμβοι από την ευσπλαχνία και το έλεος του φιλόστοργου πατέρα. Στον αποστάτη και αχάριστο γιο έχει ετοιμάσει φίλημα πατρικό, αγκαλιά υποδοχής, δαχτυλίδι εξουσίας, χιτώνα αγαλλίασης, σανδάλια προστασίας και τέλος πανηγύρι μεγάλο όπου θυσιάζει τον μόσχο τον σιτευτό. Τέλος, εισοδεύουν μαζί σε τραπέζι ευφροσύνης που είναι λαμπρό γιατί ακτινοβολεί αναστάσιμη χαρά, αφού ο γιος αυτός ήταν «χαμένος και βρέθηκε, νεκρός και ανέζησε».

Ο αποστάτης γιος εγκλωβισμένος σε ένα παράλογο εγωισμό, ποιώντας τον εαυτό του αυτείδωλο των παθών του, φορτισμένος με συμπλεγματική οργή γιατί δεν αντέχει την απέραντη πατρική αγάπη, με το εωσφορικό θέλγητρο της αυτονόμησης από τα πάντα αποφασίζει να αποκοπεί από το σώμα της αληθινής χαράς για να κοινωνήσει την τρυφή της ψευδώνυμης ηδονής. «Ο άρχοντας της χώρας που είναι μακράν» τον έχει κυριεύσει, η σαγηνευτική γοητεία του πειραματισμού για τον πειραματισμό και την πρόσκαιρη τρυφή του σκοτίζει το νου. Έτσι μια μέρα ξενιτεύεται για να αυτοδικαιωθεί. Παρ’όλο τον πατρικό του πόνο ο Πατέρας του εγχειρίζει το ήμισυ της περιουσίας του, δεν του αρνείται την χορηγία των «ταλάντων». Αυτός όμως πωρωμένος σαν αχαλίνωτο άλογο γρήγορα σπαταλά τα πατρικά χαρίσματα στον βούρκο του ηδονισμού.

Τώρα μόνος , καταπληγωμένος και προδωμένος απ’όλους και απ’όλα δούλος των χοιροβοσκών επιθυμεί να κορέσει την πείνα του με τα ξυλοκέρατα. Δούλος στους δούλους, πεινασμένος αυτός ο πρώην άρχοντας, ζώντας σε μία φρικτή κόλαση γιατί «απέπτυσε» τον παράδεισο. Η νοσταλγία της επιστροφής του καίει τα σωθικά όμως στην παραζάλη του δικού του εγωισμού, του δαιμονικού φόβου που δεν θέλει να τον χάσει από υποχείριο του, βλέπει την πατρική φιγούρα ως δυνάστη και τιμωρό. Θεωρεί πως ο πατέρας μόνον σαν δούλο θα μπορέσει να τον ξαναδεχτεί στον πατρικό οίκο. Πάσχει και φοβάται, αλλά ωστόσο κάνει το μεγάλο βήμα.

Ο δρόμος της επιστροφής είναι βασανιστικός. Αυτός που έφυγε με δόξα και περηφάνεια , επιστρέφει με πόνο , καταπληγωμένος και σύντρομος σαν φταίχτης.
Η μεταμέλεια του σχίζει την ψυχή. Και πριν ψελλίσει λόγο απολογίας ο Πατέρας είναι ήδη πλάι του. Τον παίρνει στην αγκαλιά του , τον επαναφέρει στην δόξα , τον κάνει μέτοχο στην πασχαλινή χαρά του. Στο παράπονο του μεγαλύτερου αδελφού που δυσανασχετεί για αυτή την «απρόσμενη» και «μεροληπτική» αντίδραση του κοινού πατέρα, εκείνος αντιτείνει με απλότητα και συγκινητική αγάπη : «παιδί μου, εσύ πάντα είσαι μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου• αλλά έπρεπε να διασκεδάσουμε και να χαρούμε, γιατί τούτος ο αδελφός σου ήταν πεθαμένος και ξανάζησε και ήταν χαμένος και βρέθηκε».

Αδελφοί μου, με την περικοπή αυτή που όρισαν οι πατέρες δεύτερη στη σειρά μέσα στο τριώδιο, θέλησαν να μας δείξουν πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της μετάνοιας και πως η απελπισία αυτών που διστάζουν να ξαναγυρίσουν στην Εκκλησία, στον οίκο του πατέρα Θεού, είναι μια μεγάλη απάτη. Όλους τους μεταμελημένους τους αγκαλιάζει ο Θεός που δεν είναι τιμωρός αλλά εξιλαστής αμαρτιών και αγαπά τις ταπεινωμένες και εξουθενωμένες καρδιές. Αν μας έχει κυριεύσει η απελπισία της ασωτίας και η πεποίθηση πως δεν μπορούμε να σωθούμε ένεκα της βαριάς αμαρτίας μας, ας αναλογιστούμε τον άσωτο που αφού αποστάτησε και δοκίμασε όλες τις ηδονές, μετά μεταμελήθηκε και κέρδισε την πασχάλια χαρά. Αντιθέτως ας μην φανούμε μικρόψυχοι σαν τον μεγάλο αδελφό της παραβολής που αν και εξωτερικά δίκαιος ο φθόνος του κατέστρεψε την χαρά και τον απέδειξε εκτός του νυμφώνος Χριστού.

Η αγκαλιά της Εκκλησίας είναι ανοικτή για όλους εμάς. Η Εκκλησία διαθέτει δωρεάν και απλόχερα τον χιτώνα που είναι το βάπτισμα και η μετάνοια, το δακτυλίδι που είναι υπόσχεση συμβασιλείας με τον Χριστό, τα σανδάλια τα αγιότητας για να συντρίβουμε την κεφαλή του νοητού εχθρού διαβόλου, και τέλος το Μεγάλο Θύμα, τον μόσχο τον σιτευτό, που είναι ο Χριστός παρών και ζων μέσα στο μυστήριο της Ευχαριστίας.

Η αναστάσιμη χαρά της βασιλείας μας θέλει όλους κοινωνούς και μέτοχους.
Ως πότε θα είμαστε παραριγμένοι και λιμοκτονούντες στο βούρκο, στις ακαθαρσίες και στο αίμα; Ελάτε και «λούσασθε και καθαροί γενέσθαι», «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» και πραγματικά αδελφοί μου θα κατακτήσετε την αιώνια χαρά.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

NA ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ – Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος


Θυμάμαι μια προσωπική εμπειρία, σε μια απόμερη περιοχή της δυτικής Κένυας. Φθάσαμε νύχτα στο σπίτι που πενθούσε. Το μικρό κοριτσάκι, χτυπημένο θανάσιμα απ΄ την ελονοσία, ήταν ξαπλωμένο σ΄ ένα μεγάλο κρεβάτι, σαν να κοιμόταν γαλήνια. "Ήταν τόσο καλό παιδί. Πρώτο με χαιρετούσε", ψιθύριζε αμήχανα ο συντετριμμένος πατέρας. Διαβάσαμε μια σύντομη νεκρώσιμη προσευχή κι είπα λίγα λόγια παρηγορητικά..
Μόνος στο δωμάτιο του σχολικού ξενώνα που μας φιλοξενούσε, στο φως της λάμπας πετρελαίου, μέσα στους ήχους της βροχής, όπως αυτή έπεφτε στα μπανανόφυλλα και τις τσίγκινες στέγες, αναπολούσα τη μέρα που πέρασε. Μακριά, μέσα στη νύχτα, ηχούσε το τύμπανο. Ήταν από το σπίτι που πενθούσε. Στην κόπωσή μου αναρωτήθηκα. Γιατί βρισκόμαστε εδώ;
Ήρθαν ανακατεμένες στη σκέψη μου τα διάφορα που λέγονται για την ιεραποστολή: κήρυγμα, αγάπη, εκπαίδευση, πολιτισμός, ειρήνη, ανάπτυξη. Απότομα, ένα φως άστραψε και αποσαφήνισε στην ομίχλη του κουρασμένου μυαλού την ουσία του ζητήματος: Φέρνετε το μήνυμα, την ελπίδα της Αναστάσεως. Κάθε ανθρώπινο πρόσωπο έχει μοναδική αξία. Θα αναστηθή. Εδώ βρίσκεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τιμή κι ελπίδα. Χριστός Ανέστη! Τους μαθαίνετε να γιορτάζουν την Ανάσταση, μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας. Να την προγεύονται. Σαν σε φευγαλέο όραμα είδα την μικρή αφρικανίδα να με χαιρετάει πρώτη, όπως το συνήθιζε, βοηθώντας με να επισημάνω ακριβέστερα το κέντρο της χριστιανικής ιεραποστολής: Να μπολιάζεις τους ανθρώπους με την αλήθεια και την ελπίδα της Αναστάσεως. Να τους μαθαίνεις να τη γιορτάζουν! Μέσα στην Εκκλησία....
Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος
(Απο το βιβλίο "Στην Αφρική")


Υάκινθος.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Πιστεύω στην Ανάσταση


Από τα παιδικά μου χρόνια ένιωθα αγάπη και θαυμασμό για τα ωραία πράγματα γύρω μου. Τα αισθήματα αυτά έπαψα να τα νιώθω, όταν στα φοιτητικά μου χρόνια κλονίστηκε η πίστη μου στο Θεό και έπεσα στην μαύρη απελπισία και στην απόγνωση. Τα χρόνια αυτά που δεν θέλω να τα θυμάμαι φοβόμουν για τη ζωή μου γιατί αρρωστούσα τη μια αρρώστια μετά την άλλη. Την εποχή αυτή διάβαζα βιβλία που με δηλητηρίασαν με τον σκεπτικισμό και την απιστία των συγγραφέων τους. Όλα τα εφόδια της ζωής μου που μου έδωσε η οικογένεια, το σχολείο και η Εκκλησία τα έχασα. Δεν υπήρχε τίποτε να με στηρίξει. Πέρασαν πολλά χρόνια οδύνης ώσπου να επιστρέψω στην Εκκλησία και να νιώσω για τον Ιησού στον υπέρτατο βαθμό τα αισθήματα της αγάπης και του θαυμασμού που ένιωθα πριν για τα ωραία πράγματα γύρω μου . Η αγάπη του ωραίου στο πρόσωπο του Ιησού ήταν πιο δυνατή από την απελπισία και την απόγνωση. Ποτέ δεν ξανάνιωσα έτσι ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Τα αγαπημένα μου αναγνώσματα είναι ο λόγος του Θεού και τα έργα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Το θρησκευτικό βίωμα ανακαλεί στη μνήμη μου το αισθητικό βίωμα και το αντίθετο. Πιστεύω στην Ανάσταση γιατί είναι ωραίο που ο Χριστός ανέστη! 


Τα συναισθήματα της ψυχής για την ωραιότητα του Θεού περιγράφει ο Σολομών στο Άσμα Ασμάτων. Ποτέ δεν πέρασε απ' το μυαλό μου ούτε μια στιγμή ότι δεν υπάρχει το ωραίο. Ποτέ δεν πήρα στα σοβαρά οτιδήποτε αμφισβητεί την ύπαρξη του ωραίου και της αισθητικής απόλαυσης. Μπορώ να πω ότι θα λυπόμουν τον εαυτό μου αν δεν μπορούσα να δω το ωραίο στο Θεό και στη δημιουργία και ενδιαφερόμουν περισσότερο για οτιδήποτε άλλο π.χ. για το χρήσιμο ή ακόμα και για το αληθινό. Τι είδους αληθινό ή χρήσιμο θα με ενδιέφερε, αν με άφηνε αδιάφορο το ωραίο και σε τι θα με χρησίμευε, αν δεν μπορούσα να χαρώ την ομορφιά;
Αυτός είναι ο λόγος ίσως που δυσκολεύομαι να ζω μέσα σε ένα κόσμο που το πρωταρχικό του ενδιαφέρον είναι η χρησιμότητα και η ωφελιμότητα των πραγμάτων και λιγότερο ή καθόλου η ομορφιά τους. Κάποτε δεν πρέπει να ήταν έτσι. Μου κάνει εντύπωση ότι οι Έλληνες όταν θέλουμε να πούμε ότι ένα πράγμα είναι απαράδεκτο για μας, λέμε ότι «αυτό δεν είναι ωραίο». Αυτό δείχνει ότι υπερισχύει το κριτήριο για το ωραίο από τα άλλα . κριτήρια. Δεν λέμε «αυτό δεν είναι χρήσιμο» ή «αυτό δεν είναι αληθινό». Λέμε μόνο «αυτό δεν είναι ωραίο», που σημαίνει ότι οτιδήποτε μπορούμε να το δεχθούμε εκτός από αυτό που δεν είναι ωραίο.

Ο λαός μας έχει αναπτυγμένο αισθητικό κριτήριο. Κανείς δεν έφτασε τους Έλληνες στην καλλιτεχνική δημιουργία τόσο στον λόγιο πολιτισμό τους όσο και στον λαϊκό! Οι Έλληνες συνέδεσαν την ωραιότητα με την ιερότητα. Η αγάπη για το ωραίο στηρίζει την πίστη του χριστιανού στην Ανάσταση, ως μια υπέρτατη κατανόηση.

Πιστεύω στην Ανάσταση του Ιησού. Τα πανέμορφα λόγια του με βεβαιώνουν για τη θεότητά Του. Αν δεν αναστήθηκε ο Ιησούς ούτε η διδασκαλία Του είναι αληθινή. Μα εγώ ξέρω με όλη μου την καρδιά ότι τα λόγια Του είναι αληθινά. Το αίσθημά μου που με βεβαιώνει ότι υπάρχει το ωραίο με βεβαιώνει επίσης ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών.

«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Με αυτά τα λόγια ο Κύριος ύψωσε την πίστη του Χριστιανισμού στο επίπεδο της υπέρτατης ευτυχίας! «Αν δεν ιδώ δεν πιστεύω». Τα λόγια αυτά του Θωμά επαναλαμβάνουν και σήμερα πολλοί που δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού ούτε ενδιαφέρονται γι' αυτήν. Ο χριστιανός όμως δεν είναι αδιάφορος για την πίστη του. «Πως θα το ξέρω, αν πιστεύω αληθινά», αναρωτιέται. Κατ' αρχήν ο χριστιανός ξέρει ότι η διδασκαλία του Χριστού είναι αληθινή. Κι αφού είναι αληθινό το φως είναι αληθινή και η πηγή του φωτός! Ο χριστιανός δεν στηρίζει τον εαυτό του στο ότι μπορεί και σκέφτεται και αισθάνεται. Σκέψεις και αισθήσεις έχουν και τα ζώα. Ο ορθόδοξος χριστιανός στηρίζει τον εαυτό του στο ότι «Ζη Κύριος». Οι χριστιανοί ξέρουμε ότι ο Κύριος ανασταινόμενος υπάρχει μέσα μας από το γεγονός ότι αγαπάμε, όπως είπε, ο ένας τον άλλον.

Μόσχος Λαγκουβάρδος


http://moschoblog.blogspot.com/

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Ιστορική μελέτη για το άγιο φως


...Από πολύ παλιά καθιερώθηκε ξεχωριστή ιερή τελετή του αγίου φωτός το απόγευμα του Μ. Σαββάτου στον ίδιο τόπο που έγινε η Ταφή και η Ανάσταση του Σωτήρα Χριστού, όπως μαρτυρούν πολλά ιστορικά μνημεία, στα οποία βρίσκουμε περιγραφές της τελετής του αγίου φωτός. Στο «Ιεροσολυμιτικό Κανονάριο» (Τυπικό της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων), το οποίο ανάγεται χρονικά στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, η τελετή του αγίου φωτός περιγράφεται έτσι: «Το Μεγάλο Σάββατο το απόγευμα, κατά τη δύση του ηλίου, ο επίσκοπος, οι ιερείς και οι διάκονοι εισέρχονται στην αγία Ανάσταση και κλείνουν τις πόρτες. Ετοιμάζουν τρία θυμιατήρια και απαγγέλλουν εκτενή και ευχή. Ο επίσκοπος βάζει στο θυμιατήριο θυμίαμα και ο ίδιος θυμιατίζει. Προηγείται ο επίσκοπος, μετά από αυτόν ακολουθούν οι ιερείς και οι διάκονοι και, ψάλλοντας τον ψαλμό «Άσατε τω Κυρίω ασμα καινόν, ψάλατε τω Κυρίω πάσα η γη» (όλη η γη ας τραγουδήσει προς τον Κύριο τραγούδι καινούριο, ας ψάλλει προς τιμή του Κυρίου), κάνουν πομπή γύρω από την Εκκλησία. Μπαίνοντας στο άγιο Βήμα απαγγέλλουν εκτενή και ευχή με γονυκλισίες, όπου ο επίσκοπος λέει το παρακάτω: «Νυν αναστήσομαι, λέγει Κύριος, νυν δοξασθήσομαι, νυν υψωθήσομαι» (Τώρα θα αναστηθώ, λέει ο Κύριος, τώρα θα δοξαστώ, τώρα θα υψωθώ). Πηγαίνουν γύρω από την Εκκλησία για δεύτερη φορά ψάλλοντας το εξής: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον» (Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο). Αφού έρθουν μπροστά από την είσοδο του αγίου Βήματος, απαγγέλλουν εκτενή και ευχή και ψάλλοντας τον ψαλμό «Άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν» με πομπή γυρνούν γύρω από την Εκκλησία για τρίτη φορά. Αφού επιστρέψουν εκεί, μπροστά στην είσοδο του αγίου Βήματος, απαγγέλλουν εκτενή και ευχή. Ο επίσκοπος ασπάζεται τους ιερείς και τους διακόνους, ευλογούν τα κεριά και ανάβουν τις λυχνίες. Ανοίγουν τις πόρτες και μπαίνουν στην καθολική Εκκλησία ψάλλοντας το «Κύριε, εκέκραξα» μαζί με το στιχηρό «Φωτίζου, φωτίζου Ιερουσαλήμ...». Μετά το «φως ιλαρόν...», τα δώδεκα αναγνώσματα και η Λειτουργία»4. Το Τυπικό του Ναού της Αναστάσεως, το οποίο γράφτηκε το 1122, αλλά βρισκόταν εν χρήσει στη Σιωνίτιδα Εκκλησία ήδη από τον 8ο και 9ο αιώνα5, περιγράφει την τελετή του αγίου φωτός λεπτομερέστατα ως εξής: «Και κατά τη δεύτερη ώρα της αγίας αυτής ημέρας (του Μ. Σαββάτου) έρχονται οι μυροφόρες και αρχίζουν να πλένουν τα καντήλια και τα τακτοποιούν μέσα στον πανάγιο και ζωοποιό Τάφο, ενώ βρίσκονται παρόντες ο Πατριάρχης και ο αρχιδιάκονος και ο δευτεράριος και ο παραμονάριος και τρεις διάκονοι και ψάλτες∙ και ενώ εκτελούν το έργο τους οι μυροφόρες ψάλλουν τον κανόνα και την ακολουθία των ωρών σύντομα. Και όταν τελειώσουν με το πλύσιμο των καντηλιών και την τακτοποίησή τους, τότε κλειδώνει ο Πατριάρχης τον άγιο Τάφο και παίρνει τα κλειδιά μαζί του, και τότε σβήνουν όλα τα καντήλια του ναού∙ και ανεβαίνει ο Πατριάρχης στα Κατηχούμενα, για να ψάλλει τις ώρες. Και όταν γίνεται εννιά η ώρα, ο Πατριάρχης κατεβαίνει μαζί με τον κλήρο ντυμένοι στα άσπρα στην αγία Ανάσταση χωρίς φωταψίες και θυμιατό και τότε αρχίζουν τον εσπερινό πίσω από τον άγιο Τάφο μέσα σε κλίμα γαληνότητας... Αμέσως μετά το τέλος των Προφητειών εισέρχεται ο Πατριάρχης στο άγιο Βήμα και κόβει το θυμίαμα των μητροπολιτών, των επισκόπων και των πρεσβυτέρων, και αρχίζουν να θυμιατίζουν ο ίδιος (ο Πατριάρχης) και οι αρχιερείς και οι ιερείς μαζί του∙ θυμιατίζουν το Ναό έξω από τον άγιο Τάφο και περιέρχονται γύρω από αυτόν τρεις φορές, ενώ είναι κλειστός. Αμέσως έρχονται και ανεβαίνουν στον άγιο Γολγοθά και αφου έχουν θυμιατίσει κάτω, όπως και στον άγιο κήπο και στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Φυλακή, μέχρι να έρθουν στην πύλη της αγίας Αναστάσεως, η οποία ονομάζεται η πύλη των Μυροφόρων. Τότε παίρνουν οι υποδιάκονοι τα θυμιατά από τους αρχιερείς και τους ιερείς και μπαίνουν όλοι στο άγιο Βήμα και αρχίζει ο Πατριάρχης το «Κύριε ελέησον» εκτενώς και χωρίς παύση και τότε εξέρχεται ο Πατριάρχης από το Βήμα ο ίδιος και ο αρχιδιάκονος και ο πρωτοδιάκονος-κρατούν τα χέρια του Πατριάρχη από τη μια και από την άλλη μεριά-και προπορεύεται μπροστά από αυτούς ο σακελλάριος και τον ακολουθεί από πίσω ο παραμονάριος και ο καστρίνσιος∙ και τότε πέφτει ο Πατριάρχης μπροστά από το άγιο Βήμα με το πρόσωπο στο έδαφος και προσεύχεται με δάκρυα για τις αμαρτίες του λαού∙ και σηκώνει τα χέρια του ψηλά∙ έτσι κάνει τρεις φορές, το ίδιο και αυτοί που είναι μαζί του∙ και ο λαός ψάλλει το «Κύριε ελέησον» δυνατά και ακατάπαυστα. Και τότε με την είσοδο του Πατριάρχη και των ακολούθων του στον άγιο Τάφο, κάνει τρεις μετάνοιες και προσεύχεται και παρακαλεί για τον ίδιο και για το λαό και τότε ανάβει από το άγιο Φως και το δίνει στον αρχιδιάκονο και ο αρχιδιάκονος στο λαό και μετά από αυτό βγαίνει ο Πατριάρχης και η συνοδεία του ψάλλοντας το στιχηρό: «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ»6.  

  Εκτός από τα Τυπικά της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και διάφοροι επισκέπτες των αγίων Τόπων αναφέρονται στο άγιο φως, όπως ο Βασίλειος ο επίσκοπος της Εμέσης κατά το πρώτο μισό του 9ου αιώνα στο βίο του αγίου Θεοδώρου που ήταν γνωστός για την ασκητική του ζωή στη λαύρα του αγίου Σάββα. Ο διαπρεπής αυτός μοναχός, αφού εκλέχτηκε εκείνη την εποχή από τους δύο πατριάρχες Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Εδέσσης από αυτούς στο Ναό της Αναστάσεως κατά τη Μ. Πέμπτη. «Αφού συνέφαγε, λέει ο βιογράφος του Βασίλειος, με τους Πατριάρχες και λειτούργησε μαζί τους και τη Μ. Παρασκευή και το άγιο Σάββατο και μετά το άναμμα των καντηλιών από το ουράνιο φως της Αγίας Αναστάσεως συλλειτούργησε μαζί με τους Πατριάρχες, το ίδιο και την αγία και μεγάλη Κυριακή αφού τέλεσε την λαμπρή εορτή, έφυγε για τη Βαβυλώνα»...


ολόκληρο εδώ

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Ποιος μας κατηχησε στη χαρα της Αναστασεως εκκλησία μου;


Η ακολουθία της αναστάσεως μας προτρέπει κάθε χρόνο να αναμετρηθούμε με μια αίσθηση του χρόνου την οποία πια δεν την δεσμεύει και δεν την τρομοκρατεί ο θάνατος. Αν θυμάμαι καλά, το Πάσχα είναι η αρχή του Λειτουργικού έτους της εκκλησίας. Το ευαγγέλιο της θείας λειτουργίας του Πάσχα είναι το πρώτο μέσα στο λειτουργικό έτος και η Κυριακή του Πάσχα είναι η Πρώτη Κυριακή του έτους. Κοσμικό έτος, εκκλησιαστικό έτος και λειτουργικό έτος. Αρχή του κοσμικού έτους η 1η Ιανουαρίου, του εκκλησιαστικού η 1η Σεπτεμβρίου και έχουμε και το λειτουργικό έτος το οποίο μπολιάζει το κοσμικό και εκκλησιαστικό έτος με μια νέα εμπειρία που όπως μας λέει ο π. Αλέξανδρος είναι η καρδιά του Χριστιανισμού και η φλόγα του.

Σε αυτή την χαρά κατηχεί (θα πρέπει να κατηχεί) η εκκλησία εδώ και αιώνες τα μέλη της. Μια κατήχηση η οποία είχε ως τέλος της για τους κατηχούμενους το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Η μέρα της Αναστάσεως είναι για την εκκλησία η μέρα τέλους και αρχής ταυτόχρονα. Είναι αυτή η ίδια η παρουσία της βασιλείς Του Θεού που είναι παρούσα και ερχόμενη. Αποστέλλουσα τα μέλη της στον κόσμο για να αναγγείλουν το χαρμόσυνο μήνυμα της αναστάσεως και δεχόμενη τους αποδέκτες αυτού του μηνύματος αγαπιτικά για να τους κατηχήσει, να τους μυήσει σε αυτή την Αναστάσιμη χαρά, που είναι ταυτόχρονα το τέλος κάθε κοσμικής χαράς.

Στις μέρες μας η παρουσία της Ορθόδοξης εκκλησίας στην Ελλάδα θα πρέπει εμάς τα αποκαλούμενα μέλη της να μας προβληματίζει. Να μας προβληματίζει δηλαδή η προσωπική μας παρουσία μέσα στον τόπο αυτό που ονομάζεται Ελλάδα και η οποία αν και αρέσκετε να αυτοαποκαλείτε Ορθόδοξη με εύθηνη της εκκλησίας, παραμένει ακατήχητη, αμύητη, ανέραστη, αμέτοχη της Αναστάσιμης αυτής χαράς.

Άσχετα από το τι κάνουν οι μητροπολίτες, οι ιερείς, οι αναγνώστες, οι ψάλτες μας, εμείς ... μας έχει παραδοθείς αυτή η χαρά, βρισκόμαστε μέσα της, η εκκλησία δεν είναι αυτό που βιώνουμε στη μίζερη Ελλάδα αυτό τον καιρό. Αν το αναζητάμε, θα το βρούμε στο ευαγγέλιο, στις ακολουθίες της εκκλησίας μας οι οποίες είναι κατεξοχήν κατηχητικές, μα προπαντός θα το βρούμε σαρκωμένο σε πρόσωπα, στη Χαρά τους. Τότε θα πρέπει να αναμετρηθούμε με το θάνατο μας μέσα σε αυτόν τον κόσμο και την ανάσταση μας μέσα σε αυτόν που είναι μια επιστροφή/αποστολή μας σε αυτόν και ταυτόχρονα η δική μας επιστροφή στον Πατέρα.

Χριστός Ανέστη


Αθανάσιος, Μέρες δωρισμένες

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Η κατάργηση του θανάτου



 

«Ποιος μπορεί να περιγράψει τη δύναμη του Κυρίου και να κάνει ακουστούς τους ύμνους που Του ταιριάζουν» (Ψαλμ. 105, 2). Να λοιπόν που έφτασε η σωτήρια εορτή που ποθούσαμε, η μέρα που αναστήθηκε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, το θεμέλιο της ειρήνης, το σημείο απο το οποίο άρχισε η συμφιλίωσή μας με το Θεό, που εξαφανίστηκαν οι πόλεμοι, που καταργήθηκε ο θάνατος, που νικήθηκε ο διάβολος. Σήμερα οι άνθρωποι πανηγυρίζουν με τους αγγέλους, και εκείνοι που έχουν σωματική υπόσταση υμνούν τον Θεό μαζί με τις ασώματες δυνάμεις. Σήμερα καταλύεται η τυραννία του διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τα δεσμά του θανάτου, αφανίστηκε η κυριαρχία του αδη. Σήμερα είναι ευκαιρία να αναφέρουμε πάλι τα προφητικά εκείνα λόγια: «Τι έγινε θάνατε, το κεντρί σου; Τι έγινε άδη η κυριαρχία σου;». Σήμερα ο Κύριος μας, ο Χριστός, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και εξαφάνισε τον θάνατο. Ακόμη και το όνομά του τού άλλαξε, γιατί δεν τον λέμε πλέον θάνατο, αλλά κοίμηση και ύπνο. Προτού δηλαδή να έλθει στη γη ο Χριστός και προτού να φροντίσει με τη σταυρική Του θυσία για τον άνθρωπο, προκαλούσε φόβο ακόμη και η λέξη θάνατος. Γιατί ο πρωτόπλαστος άνθρωπος καταδικάστηκε ν ακούει τη λέξη αυτή σαν κάποια μεγάλη τιμωρία, «Την ημέρα κατά την οποία θα φας από αυτόν τον καρπό, θα τιμωρηθείς με θάνατο». Και ο μακάριος Ιώβ μ αυτήν τη λέξη ανέφερε το θάνατο και είπε: «Ο θάνατος είναι για τον άνθρωπο ανάπαυση». Και ο προφήτης Δαβίδ είπε: «Κακός είναι ο θάνατος των αμαρτωλών». Τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα δεν τον έλεγαν μόνο θάνατο, αλλά και άδη. Γι αυτό πρόσεξε τι λέει ο πατριάρχης Ιακώβ: «Θα κατεβάσετε τα γηρατειά μου με λύπη στον άδη». Και ο προφήτης πάλι: «Ο άδης άνοιξε ολάνοιχτα το στόμα του». Και άλλος προφήτης πάλι λέει: «Θα με σώσει απο τον άδη που βρίσκεται στο κατώτατο μέρος».


Πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης θα βρεις που αναφέρουν την αναχώρηση από τούτη τη ζωή ως θάνατο ή άδη. Από τότε όμως που ο Χριστός και Θεός μας προσέφερε τον Εαυτό Του για θυσία, και από τότε που έγινε η Ανάσταση, έβγαλε αυτές τι λέξεις και έφερε καινούρια και παράξενη κατάσταση στη ζωή μας. Γιατί από τότε, από την Ανάστασή του κι εξής, την αναχώρηση από αυτήν τη ζωή, δεν τη λέμε πια θάνατο, αλλά κοίμηση και ύπνο. Αλλα όμως, πώς μπορούμε να το αποδείξουμε αυτό ,ακουσε προσεκτικά τι λέει ο ίδιος ο Χριστός, «Ο φίλος μας ο Λάζαρος κοιμήθηκε, αλλά πηγαίνω για να τον ξυπνήσω». Όσο είναι δηλαδή εύκολο για μάς να ξυπνήσουμε και να σηκώσουμε όρθιο κάποιον που κοιμάται, τόσο εύκολο είναι και στον Κύριο όλων μας να αναστήσει νεκρό. Αλλά επειδή τα λόγια Του ήταν πρωτάκουστα και ασυνήθιστα, δεν τα κατανόησαν σωστά ούτε οι μαθητές Του, μέχρις ότου τα είπε πιο ξεκάθαρα, από συγκατάβαση για την αδυναμία τους, για να Τον κατανοήσουν. Και ο διδάσκαλος ολόκληρης της οικουμένης, ο μακάριος Παύλος, γράφοντας προς τους Θεσσαλονικείς λέει: «Δε θέλω να αγνοείται τι συμβαίνει με κείνους που κοιμήθηκαν, για να μη λυπάστε όπως και οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα». Και σε άλλο σημείο πάλι: «αραγε και κείνοι που κοιμήθηκαν με πίστη και ελπίδα στο Θεό χάθηκαν;». Και πάλι: «Εμείς οι ζωντανοί, που απομείναμε εδώ, δε θα προφθάσουμε εκείνους που κοιμήθηκαν». Και σε άλλο σημείο ακόμη: «Όπως πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι να πιστεύουμε ότι ο Θεός θα πάρει μαζί του εκείνους που κοιμήθηκαν».


Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΩΣ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ




 
 


Αν θα'θελε κανείς να συνοψίσει σε δυο λέξεις τη σημασία του γεγονότους της Αναστάσεως του Χριστού για το ανθρώπινο γένος, θα έλέγε ότι με την Ανάσταση νικήθηκε και απομυθοποιήθηκε ο θάνατος, που αποτελεί την οδυνηρότερη εμπειρία της ζωής, το πιο σταθερό της δεδομένο και την πιο συγκλονιστική οριακή της κατάσταση.
"Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, ’δου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου απαρχήν" ψάλλει θριαμβευτικά ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός στον αναστάσιμο κανόνα του. "...θανάτω θάνατον πατήσας και εν τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος" ψάλλουμε στο πασίγνωστο και θριαμβευτικό απολυτίκιο του Πάσχα.
Ανέκαθεν ο άνθρωπος που συμφύρεται με τη μεταβλητικότητα, τη φθορά και την εμφάνιση είδε το θάνατο ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ζωής και έθεσε με τον υμνωδό το μεγάλο ερώτημα: "Τι το περί ημάς τούτο γέγονε μυστήριον; Πως παρεθόθημεν τη φθορά και συνεζεύχθημεν τω θανάτω;" Το ερώτημα αυτό αποσχολεί τον άνθρωπο απο την πρώτη κιόλας στιγμή που θα αποκτήσει συνείδηση της υπάρξεως του και τον συνοδεύει ως σκέψη μέχρι την τελευταία στιγμή της παραμονής του στη ζωή. Να τον αποφύγει είναι αδύνατο. Να παρακάμψει την παρουσία του, απραγματοποίητο. Παραμένει πάντα μπροστά μας μορφή πελώρια και αδυσώπητη.
Υπάρχουν δυο τρόποι αντιμετωπίσεως του θανάτου. Ο μηδενιστικός υλιστικός και ο αναστάσιμος χριστιανικός.
Ο πρώτος είναι η φυσιολογική συνέπεια της μηδενιστικής θεωρήσεως της ζωής και της πεποιθήσεως ότι ο θάνατος αποτελεί την φυσική μοίρα του ανθρώπου. Εγκλωβισμένη η υλιστική κοσμοθεωρία στα στενά χωροχρονικά πλαίσια του παρόντος βλέπει το θάνατο ως μια κατάσταση φυσική, ως ματαίωση του σκοπού της ανθρώπινης ζωής και ως τραγική παρέκλιση απο τον αληθινό της προορισμό. Μη μπορώντας να ανατρέψει την αδυσώπητη αυτή την πραγματικότητα, ζει ανεξάρτητα απο αυτήν. Εχει ως σύνθημα το "φάγωμεν, πίωμεν αύριο γαρ αποθνήσκομεν" και γράφει στην πλάκα του τάφου της: "Δεν πιστεύω τίποτε, δεν ελπίζω τίποτε, είμαι λέφτερος". Ζουν "ως ελπίδα μη έχοντες και άθεοι εν τω κόσμω" και σε στιγμές ειλικρινούς αυτοσυνειδησίας και φιλοσοφικής θεωρήσεως της ζωής αναφωνούν μελαγχολικά με τον Ιούλιο Σιμόν: "Γεννήθηκα με την άγνοια. Εζησα με την αμφιβολία. Πεθαίνω με την αβεβαιότητα. Ω υπέρτατον ον, λυπήσου με"!
Το μεγάλο λάθος του υλισμού είναι ότι βλέπει τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου στο επίπεδο της φύσεως, όπως κάνει και για τους άλλους οργανισμούς. Η ανθρώπινη όμως, ύπαρξη έχει και άλλες διαστάσεις και προεκτάσεις, που τις ζούμε, έστω και αν δεν μπορούμε να τις αναλύσουμε και να τις περιγράψουμε λογικά. Η φαινομενολογία της ανθρώπινης ζωής δείχνει ότι η ελπίδα για μια ζωή πέραν του τάφου αποτελεί συστατικό στοιχείο του ανθρώπου.
Η ελπίδα για πληρότητα ζωής και ο πόθος για την αιωνιότητα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και, την αλήθεια της. Είναι αδιανόητο να ικανοποιούνται σ'αυτή τη ζωή δευτερεούσης σημασίας πόθοι και να μένει ανικανοποίητοςε ο πιο μεγάλος πόθος, που έχει ο άνθρωπος για να ζήσει.
Ο δεύτερος τρόπος αντιμετωπίσεως του θανάτου είναι η θεώρηση του κάτω απο το φως της αναστάσεως χαράς και της εσχατολογικής ελπίδας.
Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας ο θάνατος δεν υπήρχε στο αρχαίο σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος πλάσθηκε για να συμμετάσχει στην πληρότητα της ζωής του Δημιουργού. Απο την αρχή της δημιουργίας δόθηκε σ'αυτόν η δυνατότητα αθανασίας, που θα την αποκτούσε με την καλή χρήση της ελευθερίας του.
Το τραγικό όμως γεγονός της πτώσεως στέρησε απο τον άνθρωπο αυτή τη δυνατότητα. Ο άνθρωπος πέθανε. Εγινε θνητός. Επομένως ο θάνατος κατά τη Χριστιανική αντίληψη ούτε φυσική ατέλεια είναι ούτε μεταφυσικό αδιέξοδο. Είναι "τα οψώνια της αμαρτίας"(Ρωμ.στ',23). Η οδυνηρή συνέπεια της παραμορφωμένης σχέσεως του ανθρώπου με το Θεό.
Αφού λοιπόν αιτία του θανάτου είναι η αμαρτία, ο θάνατος υπερνικιέται όταν χτυπηθεί η αμαρτία. Και η νίκη κατά της αμαρτίας κερδήθηκε με το Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. "Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται" (Α'Κορινθ.ιε',22-23). Ο Χριστός, όντος ο ίδιος η αυτοζωή, με την κάθοδο του στον ’δη πήρε τον θάνατο του ανθρώπου "αποθανατίζων το πρόσλημμα". "Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τον ’δην ενέκρωσας τη αστραπή της θεότητος" ψάλλει η Εκκλησία μας. Ο ιερός Χρυσόστομος με τον περίφημο κατηχητικό του λόγο βροντοφωνεί σ'ολόκληρη την ανθρωπότητα τον θρίαμβο της ζωής απέναντι στο θάνατο και των θετικών δυνάμεων του σκότους και της φθοράς. Απευθυνόμενος δε στον θάνατο του λέγει: "Που σου, θάνατε, το κέντρον; Που σου, Αδη, το νίκος; Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι. Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς εν τοις μνήμασιν. Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται".
Βέβαια, ο θάνατος, ως βιολογικό γεγονός δεν έχει ακόμα καταργηθεί. Το οντολογικό του όμως βάθος και η υπαρξιακή του σημασία έχει καταπατηθεί με την Ανάσταση του Χριστού. Η ραχοκοκαλιά του θηρίου έσπασε και αποκαλύφθηκε η αδυναμία του. Η δύναμη της Αναστάσεως είναι πια λανθάνουσα και έμφυτη σε κάθε θάνατο.
Η πληρότητα της αναστάσιμης χαράς για την κατάργηση του θανάτου τους είναι ζωντανή στη ζωή της Εκκλησίας δυο χιλιάδες χρόνια τώρα. Αυτή κάνει τους μάρτυρες να αντιμετωπίζουν χαίροντες το μαρτύριο. Αυτή είναι το γνώρισμα των πραγματικών Χριστιανών, που γιορτάζουν την ημέρα του θανάτου τους ως γενέθλια ημέρα. Γιατί κατά ένα παράδοξο τρόπο γεννιόμαστε για να πεθαίνουμε και πεθαίνουμε για να ζήσουμε. Όπως δε λέγει ο Μέγας Αθανάσιος "οι πιστοί αποθνήσκοντες ουκ απόλλυται, αλλά και ζώσιν και άφθαρτοι δια της Αναστάσεως γίνονται".
Ζούμε σε μια εποχή που ο άνθρωπος διέρχεται βαθειά κρίση. Η κυριότερη αιτία αυτής της κρίσεως οφείλεται στον εγκλωβισμό του στα στεγανά της παρούσας ζωής και η έλλειψη πίστεως στην πέραν του τάφου πραγματικότητα. Αυτή η έλλειψη σωστής μεταφυσικής τοποθετήσεως κάνει τον άνθρωπο να βλέπει το θάνατο ως τη φοβερότερη δοκιμασία τερματισμού της υπάρξεως και εξουθενώσεως του ως σκέψεως, πραγματικότητας και υλικής παρουσίας. Αν, ο σύγχρονος άνθρωπος πίστευε στην αλήθεια της Αναστάσεως και συνειδητοποιούσε ότι ο Χριστός, με την Ανάσταση του, "συνανέστησε παγγενή τον Αδάμ" θα ξεπερνούσε τις αγχωτικές εκβλαστήσεις της υπαρξιακής προβληματικότητας, θα έλυε το πρόβλημα του προορισμού της ζωής και θα απομυθοποιούσε το ριγηλό εφιάλτη του θανάτου, κάνοντας τον πράξη κοινωνίας με τη ζωή. Μιας ζωής ποιοτικά διάφορης της παρούσης με μόνιμη υπόσταση και αιώνια διάρκεια. Μιας ζωής χωρίς τέλος.

Χριστός Ανέστη!.


Από τον Μιχάλη Τρίτο, Διδάκτορα Θεολογίας
Αναδημοσίευση απο την Εφημερίδα
Πρωϊνός Λόγος

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Το Πάσχα είναι ο Χριστός


"1 Ου θέλω δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, ότι οι πατέρες ημών πάντες υπό την νεφέλην ήσαν, και πάντες δια της θαλάσσης διήλθον, 2 και πάντες εις τον Μωϋσήν εβαπτίσαντο εν τη νεφέλη και εν τη θαλάσση, 3 και πάντες το αυτό βρώμα πνευματικόν έφαγον, 4 και πάντες το αυτό πόμα πνευματικόν έπιον· έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ην ο Χριστός. " (Α΄ Κορ. 10/ι: 1-4). "αγνοείτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν;" (Ρωμαίους 6/ς: 3).


Συνηθίσαμε να μεταφράζουμε απλώς τη λέξη «Πάσχα» από την Εβραϊκή γλώσσα στην Ελληνική, που σημαίνει «Διάβαση», χωρίς να επιμένουμε στην ερμηνεία του νοήματος που κρύβεται πίσω απ’ αυτή τη λέξη και γι’ αυτό δεν συνειδητοποιούμε το βαθύτερο νόημά της, αφού, τελικά, δεν την ταυτίζουμε με ένα Πρόσωπο. Το Πρόσωπο του Χριστού.

Ο άγιος Απόστολος Παύλος με την κατηγορηματική του διατύπωση «Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» (1 Κορ. 5, 7), δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο να απομακρυνθούμε από το Πρόσωπο του Χριστού, γιατί το Πρόσωπο Αυτό είναι το Κλειδί των Μυστηρίων της ανθρωπίνης φύσεως. Με άλλα λόγια, «η ζωή (ημών) κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ» (Κολ. 3,3) και γι’ αυτό, χωρίς τον Χριστό, κανείς άνθρωπος δεν θα μπορέση ποτέ να γνωρίση βαθειά την ύπαρξή του, να ξεκλειδώση τα στενάχωρα σπλάγχνα του, να αξιοποιήση τον εαυτό του και να αποκτήση την πολυπόθητη ειρήνη και τη χαρά.

Το Πρόσωπο του Χριστού πολέμησε απ’ αρχής ο Διάβολος με τις διάφορες αιρέσεις, που έχουν όλες κέντρο και σκοπό να αλλοιώσουν και να νοθεύσουν τον Αληθινό Χριστό και να τον διδάξουν στους ανθρώπους αλλοιωμένον, κάλπικον, πραγματικόν «Ψευδόχριστον». Γι’ αυτό, η αγία μας Εκκλησία παρουσιάζει συνεχώς στους πιστούς το Αληθινό Πρόσωπο του Χριστού γιατί πρέπει όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε ότι το Πρόσωπο του Χριστού είναι και το πρόσωπο της ανθρωπίνης φύσεως και όχι, όπως πολλοί νομίζουν, το πρόσωπο του καθενός μας.

Η ανθρώπινη φύση μας δεν είναι απρόσωπη, ώστε να δικαιολογήται ο καθένας μας να την λειτουργή με το τάχα δικό του πρόσωπο, με τον δικό του αυθαίρετο τρόπο. Μια τέτοια ανθρώπινη φύση θα ήταν κατάρα, χωρίς καμμιά προοπτική σχέσεως και επικοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους, χωρίς προοπτική ενότητος και αγάπης, αφού με την αυθαιρεσία τους ποτέ δεν θα μπορούσαν να συμπέσουν και να συμπλεύσουν τόσες -όσες η ανθρωπότητα- ανθρώπινες υπάρξεις.

Η ανθρώπινη φύση δεν έχει ανθρώπινο πρόσωπο για να μην υποτιμηθή. Γιατί υποτίμησή της θα ήταν το να υποστασιάζεται σε κάθε ανθρώπινη ατομικότητα= μικρότητα. Η ανθρώπινη φύση έχει Πρόσωπο, το Πρόσωπο του Θεού Λόγου, ώστε να ανυψωθή και να αξιοποιηθή στο έπακρον αλλά και για να διατηρηθή αιωνίως, εφ’ όσον ο Θεός Λόγος, που είναι το Πρόσωπό της, δεν είναι θνητός αλλά ως φύσει Θεός έχει «αθανασίαν, φώς οικών απρόσιτον» (1 Τιμ 6,16).

Φαίνεται πως δεν έχουμε δώσει όση θα έπρεπε σημασία στην διατύπωση της Αγίας Γραφής ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε «κατ’ εικόνα Θεού» και όχι ως Εικόνα Θεού, γι’ αυτό και κάνουμε συνεχώς λόγο για το ανθρώπινο πρόσωπο σαν να είναι κάτι το αυθύπαρκτο, ανεξάρτητο και με δικαιώματα αυθαιρεσίας και διακινδυνεύσεως. Συγχέουμε το αυτεξούσιο, που μας έδωσε ο Θεός, με το πρόσωπο, όμως κάνουμε μεγάλο λάθος.

Εμείς οι άνθρωποι πλασθήκαμε «κατ’ εικόνα Θεού» κατ’ εικόνα του Χριστού, «ός εστιν Εικών Θεού» (2 Κορ. 4,4). Ο Χριστός είναι η Εικόνα του Θεού. Εμείς οι άνθρωποι, πλασθήκαμε εικόνα της Εικόνος, δηλαδή, «κατ’ εικόνα» «του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος, της ελπίδος ημών· «ός εστιν Εικών της (του Πατρός) αγαθότητος, σφραγίς ισότυπος, εν εαυτώ δεικνύς τον Πατέρα» (Μ. Βασίλειος).

Για να μιλήσουμε απλά, τελικά δεν υπάρχει ανθρώπινο πρόσωπο που εκ φύσεως μας ανήκει, αλλά το Πρόσωπο του Θεού Λόγου ως Πρόσωπο-Υπόσταση της ανθρωπίνης φύσεως δίδει «κατά χάριν» πρόσωπο σε εκείνους που προσπαθούν να μένουν ενωμένοι μαζί Του δια των Μυστηρίων της Εκκλησίας και της θελήσεώς τους να ενεργούν την ανθρώπινη φύση τους, όπως την ενήργησε ο Χριστός κατά την επίγεια ζωή Του. Μόνο αυτούς ο Θεός αναγνωρίζει, αυτοί μόνο έχουν “πρόσωπο”, οι άλλοι μακρυά από τον Χριστό γίνονται απρόσωποι, αγνώριστοι και γι’ αυτό ο Θεός τους λέει: «ουκ οίδα υμάς».

* * *

Άν επιχειρήσουμε να συναναστραφούμε νοερά τον Χριστό και να συζήσουμε με Αυτόν, θα διαπιστώσουμε μέσα από τα ιερά κείμενα, που μας εξασφαλίζουν αυτή τη δυνατότητα, ότι ο Χριστός δεν ήλθε στη γη για να παγιδευθή στους περιορισμούς της πεπτωκυίας φύσεώς μας και να παρασυρθή στην ανθρώπινη περιπέτεια της διακινδυνεύσεως κάνοντας κατορθώματα ως άνθρωπος, όπως τον λανσάρουν κάποιοι σύγχρονοι θεολόγοι για να δικαιολογήσουν τη ροπή τους στον “τυχοδιωκτισμό”, οδηγώντας τους ανθρώπους σε μια ατέρμονη και επικίνδυνη περιπέτεια. «Ο Χριστός δεν ήλθε στη γη για να αγωνισθή, ούτε για να δοκιμάση τις δυνάμεις Του και να αναδειχθή τροπαιοφόρος και νικητής. Ήλθε επι της γης αναδεδειγμένος νικητής για να μας σώση. Όχι για να διακινδυνεύση αγωνιζόμενος κατά της αμαρτίας και της φθοράς της ανθρωπίνης φύσεώς Του»1.

Ο Χριστός, όπως ομολογεί η Εκκλησία μας, από τη στιγμή της συλλήψεώς Του στην κοιλία της Θεοτόκου ένωσε στο Θείο Του Πρόσωπο την ανθρώπινη φύση και έτσι η ανθρώπινη φύση του Χριστού «εξ άκρας συλλήψεως» εθεώθη. Δεν γεννήθηκε πρώτα ως απλός και κοινός άνθρωπος και κατόπιν ενώθηκε με την ανθρωπίνη φύση Του ο Θεός, όπως πιστεύουν οι αιρετικοί, αρνούμενοι να ονομάσουν την Παναγία μας Θεοτόκον, αποκαλώντας την μόνο «Χριστοτόκον», αλλά ήλθε επι της γης Θεάνθρωπος, με ενωμένες στο Θείο Πρόσωπό Του και την Θεία και την ανθρώπινη φύση, οι οποίες μετέδιδαν τα ιδιώματά τους η μία φύση στην άλλη.

Ως Θεάνθρωπος ο Χριστός, με θεωμένη την ανθρωπίνη φύση Του, δεν υπέκειτο αναγκαστικα στα «αδιάβλητα ανθρώπινα πάθη» (=ακατηγόρητα πάθη, τα οποία αυτά καθ’ εαυτά δεν είναι αμαρτία αλλά τεκμήρια ελλείψεις θεώσεως και συνεπώς ήσαν προ Χριστού εμπόδια για τη σωτηρία και την Ανάστασή μας από τον θάνατο), στα οποία υποκείμεθα εμείς οι άνθρωποι λόγω της πτώσεώς μας από τον Παράδεισο. Δηλαδή δεν υπέκειτο αναγκαστικά ο Χριστός στην πείνα, στη δίψα, στην κόπωση, στην αιμάτωση, στον θάνατο. Όμως, παρ’ ότι δεν υπέκειτο σ’ αυτά αναγκαστικά και υποχρεωτικά, τα ενήργησε κατά την επίγεια ζωή Του όποτε και όσο ήθελε, για να προσλάβη επάνω Του το επιτίμιό μας και έτσι, ενώ μέχρι τότε, όποιος άνθρωπος υπέκειτο στα «αδιάβλητα πάθη» οδηγείτο σταδιακά στον θάνατο, από τον οποίον δεν υπήρχε επιστροφή και ανάσταση, με το να ενεργήση εκουσίως τα αδιάβλητα πάθη μας ο Χριστός και δια της ενεργείας αυτών να φθάση μέχρι τον θάνατο, άνοιξε για όλο το ανθρώπινο γένος ο δρόμος της αναστάσεως αφού δεν ήταν δυνατόν να κρατηθή «υπό του θανάτου ο Αρχηγός της Ζωής»!

Συνεπώς, το μεγαλείο του Χριστού δεν έγκειται στο ότι νίκησε την αμαρτία, όπως ισχυρίζονται πολλοί, υποβιβάζοντας τον Χριστό στο επίπεδο του «υπό παθών ενοχλουμένου ανθρώπου>, που με την ηθική του νίκησε την αμαρτία, αποπροσανατολίζοντας έτσι τους ανθρώπους από τον Αληθινό Χριστό, διότι ο Χριστός και Αναμάρτητος ήλθε επι της γης και ως Ενωμένος κατά την ανθρωπίνη φύση Του, με το Θείο Του Πρόσωπο ήταν αμετακίνητος προς την αμαρτία.

Το μεγαλείο του Χριστού έγκειται στην άκρα Ταπείνωσή Του να κενωθή όχι μόνο από την Δόξα Του, με το να γεννηθή ως άνθρωπος, αλλά και με το να κενωθή από τις ιδιότητες της αναμάρτητης ανθρωπίνης φύσεώς Του και να ενεργήση τα αδιάβλητα πάθη μας.

Το μεγαλείο του Χριστού έγκειται στην άφατη αγάπη Του για μας, στον πόθο Του για τη σωτηρία και Ανάστασή μας. Ότι για χάρη μας και μόνο για χάρη μας, χωρίς να έχη καμμιά ανάγκη, έκανε για μας τα πάντα. Γεύθηκε εκουσίως την πείνα μας, τη δίψα μας, την κούρασή μας, τους πόνους μας, μάτωσε και τελικά γεύθηκε τον θάνατο για να μας «οδοποιήση την ζωήν», για να κατασκευάση δρόμο στην καρδιά του θανάτου, που να οδηγεί στην Ανάσταση και στην Αιώνια Ζωή. Γι’ αυτό η Εκκλησία μας συνεχώς τονίζει ότι το Πάθος του Χριστού είναι εκούσιον.

Αυτή είναι η Διάβαση, που λέγεται Πάσχα. Αυτή είναι η Διάβαση «εκ του θανάτου εις την Ζωήν». Αυτή η Διάβαση είναι ο Χριστός, γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος μας παραγγέλλει «ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν Αυτού». Μόνο πατώντας στα χνάρια του Χριστού, μόνο πίσω από τον Χριστό, πίσω Του επακριβώς, όπως με λεπτομέρειες μας καθοδηγεί η Εκκλησία μας, θα απαλλαγούμε από τον φόβο του Θανάτου και θα νοιώσουμε την αληθινή χαρά, που τεντώνει το συρρικνωμένο από την κατάθλιψη στέρνο του σώματος αλλά και της ψυχής μας.

Βαδίζοντας πίσω από τον Χριστό, δηλαδή ζώντας τη Ζωή Του, δεν υπάρχει τίποτα και κανείς να μας φοβίζη, αφού θάνατος πια δεν υπάρχει, «θάνατος ουκέτι κυριεύει».

Να, γιατί το Πάσχα είναι ο Χριστός. Να, γιατί χωρίς να συζήσουμε με τον Χριστό, χωρίς να ζήσουμε τα αδιάβλητα πάθη μας, την πείνα μας, τη δίψα μας, την κούρασή μας, τις πληγές μας, τους πόνους μας και τον θάνατό μας με τον νου και την ψυχή μας προσηλωμένα στον Χριστό, με την καρδιά μας στον Χριστό, δεν θα βρούμε ποτέ, μα ποτέ, ανάπαυση!



Πρωτοπρ. Βασίλειος Ε.Βολουδάκης

Δημοσιεύθηκε στο Ενοριακό Έντυπο του Αγ. Νικολάου Πευκακίων «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Αριθμ. Τεύχους 45 ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2006

Πηγή ΟΟΔΕ

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Θάνατος και κοίμηση


Ιω.Χρυσόστομος


«Δεν θέλω, αδελφοί μου, να αγνοείτε όσα έχουν σχέση με εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για να μη λυπάσθε, όπως όλοι οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα. Γιατί, αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, εκείνους που έχουν κοιμηθεί, όντας ενωμένοι μαζί του με την πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει κοντά Του» (Α' Θεσ. 4, 13).

 

 

1. Ας δούμε λοιπόν, πρώτα απ' όλα αυτό: Γιατί δηλαδή, όταν μιλάει ο Απόστολος για τον Χριστό, χρησιμοποιεί τη λέξη «θάνατο», ενώ όταν μιλάει για το τέλος του ανθρώπου, ονομάζει το θάνατο «κοίμηση», και όχι θάνατο. Μιλάει για όσους έχουν «κοιμηθεί» και όχι για όσους έχουν «πεθάνει». Γιατί λέει: «Αυτούς που έχουν κοιμηθεί με πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει Εκείνος κοντά Του».

 

Και στη συνέχεια λέει: «Εμείς οι ζωντανοί, που θα μείνουμε πίσω και θα είμαστε στη ζωή, όταν έρθει ο Κύριος, δεν θα προφθάσουμε όσους θα έχουν κοιμηθεί» (Α' Θεσ. 4, 16)

 

Ούτε εδώ βέβαια είπε «αυτούς που θα έχουν πεθάνει», αλλά, μολονότι μιλάει τρίτη φορά για το ίδιο θέμα, πάλι ονόμασε το θάνατο «κοίμηση». Όταν όμως μιλάει για τον Χριστό, λέει: «Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός πέθανε». Δεν λέει «κοιμήθηκε», αλλά «πέθανε».

 

Γιατί λοιπόν, για το θάνατο του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», ενώ το θάνατο του ανθρώπου τον ονόμασε «κοίμηση»; Δεν χρησιμοποίησε, ασφαλώς, ο Απόστολος άσκοπα και επιπόλαια αυτές τις λέξεις, αλλά θέλησε, με αυτή τη διάκριση, να διδάξει κάτι πολύ σπουδαίο και μεγάλο.

 

Για την περίπτωση του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», για να βεβαιώσει το πάθος Του. Για μας τους ανθρώπους όμως χρησιμοποίησε τη λέξη «κοίμηση», για να παρηγορήσει τον πόνο μας.

 

Ο Χριστός αναστήθηκε. Γι’ αυτό και ο Απόστολος χρησιμοποιεί με άνεση τη λέξη «θάνατος». Για την περίπτωση όμως του ανθρώπου, ο οποίος στηρίζεται στην ελπίδα της ανάστασής του, χρησιμοποιεί ο Απόστολος τη λέξη «κοίμηση». Προσπαθεί έτσι, να παρηγορήσει τους συγγενείς για την στέρηση του ανθρώπου που έφυγε και, ταυτόχρονα, να ενισχύσει το ηθικό τους, με την ελπίδα της ανάστασης του νεκρού. Γιατί, όποιος έχει κοιμηθεί, σίγουρα θα αναστηθεί. Εφόσον ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ύπνος βαθύς και παρατεταμένος.

Ανάσταση ή νεκροφάνεια;



Αποκλείεται νά έγινε, στην περίπτωση του Χρίστου, νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες ότι έναν Ινδό τόν έθαψαν καί μετά από τρεις μέρες τόν ξέθαψαν καί ήταν ζωντανός. ΓΕΡ.: Άχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ καί πάλι τόν λόγο του Ιερού Αυγουστίνου. «Άπιστοι, δέν είσθε δύσπιστοι, είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τά πιό απίθανα, τά πιό παράλογα, τά πιό αντιφατικά, γιά νά αρνηθήτε τό θαύμα». Όχι, παιδί μου, δέν έγινε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα πρώτα, έχομε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ό οποίος βεβαιώνει τόν Πιλάτο ότι «ήδη τέθνηκε» ό εσταυρωμένος. Έπειτα, τό Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ό Κύριος, ευθύς μετά τήν ανάστασίν Του, συνεπορεύθη καί συνε-ζήτη μέ δυο μαθητές του, στον δρόμο προς Εμμαούς. Φαντάζεσαι κάποιον νά έχη υποστεί όσα υπέστη ό Χριστός καί τρεις ήμερες μετά νά του συνέβαινε νεκροφάνεια; Άν μή τί άλλο, θά πρεπε γιά σαράντα ήμερες νά τόν ποτίζουν κοτόζουμο, γιά νά μπορή νά ανοίγη τά μάτια του καί όχι νά περπατά καί νά συζητά, σάν νά μή συνέβη τίποτε. Όσο γιά τόν Ινδό, φέρε τον εδώ νά τόν μαστιγώσωμε, νά τόν φραγγελώσωμε -καί ξέρεις τί εστί φραγγέλιο; Δερμάτινες λουρίδες που στην άκρη τους είναι στερεωμένα κομμάτια από σπασμένα κόκκολα-, φέρε τον λοιπόν νά του φορέσωμε κι' ένα ακάνθινο στεφάνι, νά τόν σταυρώσωμε, νά του δώσωμε χολή καί ξύδι, νά του λογχεύσωμεν τήν πλευράν, νά τόν βάλωμεν καί στον τάφο καί άν αναστηθή, τότε τά λέμε πάλι. ΑΠ.: Παρά ταύτα, όλες οι μαρτυρίες πού επικαλεσθήκατε προέρχονται από μαθητές τού Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί της Θεότητος τοϋ Χρίστου, πού νά μήν προέρχεται από τόν κύκλο τών μαθητών Του; ΓΕΡ.: Βεβαίως, τού Παύλου. Ό Παύλος, όχι μόνο δέν άνηκε στον κύκλο των μαθητών τού Χρίστου αλλά μετά μανίας εδίωκε τήν Εκκλησίαν.

Πηγή: http://www.onisimos.gr/

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Βάπτισμα: Το Πάσχα ημών


από το βιβλίο "Από την Γέννηση μέχρι την Πεντηκοστή" του Πρωτ/ρου Δημητρίου Βακάρου

Το Άγιο Βάπτισμα είναι το πρώτο από τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας μας. Είναι το Μυστήριο μέσω του οποίου γινόμαστε Χριστιανοί, δηλαδή μέλη της Εκκλησίας του Χριστού. Ακόμη, το Βάπτισμα είναι θάνατος και η ανάστασή μας από το σκότος στο φως, από την δουλεία στην ελευθερία, από την γη στον ουρανό, από τον θάνατο στην ζωή... Η ώρα του βαπτίσματος είναι η ώρα κατά την οποία ο βαπτιζόμενος άνθρωπός ζει κατά κάποιο μυστηριακό τρόπο το δικό του προσωπικό Πάσχα.


Καταρχήν η λέξη βάπτισμα σημαίνει καταβύθιση. Ως συμβολική πράξη, το βάπτισμα δεν εφευρέθηκε από τον Χριστό ή τους Χριστιανούς, αλλά ήταν γνωστό και χρησιμοποιόταν τόσο από τους Εβραίους της Παλαιάς Διαθήκης όσο και απ' όλους τους ανθρώπους θεωρώντας το ως ένα σύμβολο θανάτου και αναγέννησης. Έτσι στην Αγία Γραφή βλέπουμε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτιζε τους ανθρώπους σε ένδειξη μετανοίας και προετοιμασίας για την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού. Το νόημα αυτού του βαπτίσματος ήταν η απάρνηση του παλαιού αμαρτωλού ανθρώπου και η απαρχή μιας νέας ζωής, γεμάτη με αρετές και αγαθοεργίες. Στις ειδωλολατρικές θρησκείες το βάπτισμα είχε κάποιο παρόμοιο νόημα κι ήταν συχνά συνυφασμένο με τον θάνατο και την αναγέννηση της φύσεως.

Παρ' όλα αυτά στο Χριστό και στην Χριστιανική Εκκλησία, το βάπτισμα δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια συμβολική πράξη ηθικού ή πνευματικού προσηλυτισμού, αλλά κάτι πολύ πιο ουσιώδες και αληθινό. Στο Χριστιανικό βάπτισμα λαμβάνει χώρα ένας πραγματικός θάνατος και μια πραγματική ανάσταση. Νεκρώνεται και ενταφιάζεται στην κολυμπήθρα ο παλαιός αμαρτωλός άνθρωπος και ανασταίνεται ο νέος ο αναγεννημένος, ο πολίτης της Βασιλείας του Θεού. Ο βαπτιζόμενος πεθαίνει με τον Χριστό και ανασταίνεται μαζί Του σε μια καινούργια, ευλογημένη ζωή.

Βεβαίως το Χριστιανικό βάπτισμα πρέπει, πρώτ' απ' όλα να γίνει αποδεκτό από τον άνθρωπο. Πρέπει ο βαπτιζόμενος να το οικειοποιηθεί και να προσπαθήσει να το ζήσει σε όλο του το βάθος. Παρά ταύτα όμως δεν είναι κάτι που εξαρτάται και κατορθώνεται μόνο από τις προσωπικές προσπάθειες του καθενός. Χρειάζεται πάνω απ' όλα πίστη στην θυσία του Χριστού, διότι Εκείνος πέθανε και αναστήθηκε για την δική μας αναγέννηση και σωτηρία, η οποία και μας δόθηκε ως δώρο από τον Θεό δια του Ιησού Χριστού.

Ο Απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους Επιστολή του, γράφει τα εξής σχετικά με το Χριστιανικό βάπτισμα και την εξ αυτού απορρέουσα σωτηρία του ανθρώπου:

“Ή μήπως λησμονείτε πως το βάπτισμα στο όνομα του Χριστού σημαίνει συμμετοχή στο θάνατό του; Πραγματικά, το βάπτισμα μας σημαίνει πως συμμετέχουμε στο θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με την δύναμή του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μια νέα ζωή.

Όπως δηλαδή ενταχθήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μια πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στο θάνατό του έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του. Ξέρουμε άλλωστε με βεβαιότητα τούτο: Ο παλιός αμαρτωλός εαυτός μας πέθανε στο σταυρό μαζί με το Χριστό. Έτσι έπαψε να ζει ο αμαρτωλός άνθρωπος και δεν είμαστε πια υπόδουλοι στο ζυγό της αμαρτίας. Γιατί σ' έναν που πέθανε η αμαρτία δεν έχει καμιά εξουσία. Αν λοιπόν, πεθάνουμε μαζί με το Χριστό, είμαστε βέβαιοι πως θα ζήσουμε μαζί Του. Ξέρουμε άλλωστε καλά πως ο αναστημένος Χριστός δεν είναι πια υπόδουλος στο θάνατο, γιατί ο θάνατος δεν τον εξουσιάζει πια. Γιατί πέθανε για να νεκρώσει μια για πάντα την αμαρτία με το σταυρικό του θάνατο, κι η τωρινή του ζωή είναι ζωή κοντά στο Θεό. Έτσι να σκέφτεστε κι εσείς για τον εαυτό σας: έχετε πεθάνει για την αμαρτία, κι η ζωή σας είναι πια κοντά στο Θεό χάρη στην ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας”.

Για πολλούς αιώνες το βάπτισμα γίνονταν μόνο κατά την ημέρα του Πάσχα. Οι κατηχούμενοι πήγαιναν όλοι μαζί προς το βάπτισμα και στη συνέχεια ντυμένοι στα λευκά, παρευρίσκονταν στην Θεία Λειτουργία και συμμετείχαν, πρώτη φορά, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το συμπόσιο του Αναστημένου Ιησού.

Αυτή η παράδοση, της προσελεύσεως των νεοφώτιστων από τα ύδατα της βαπτίσεως στη Θεία Κοινωνία, παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανή στην Εκκλησία μας και επαναλαμβάνεται κάθε φορά που το νεοφώτιστο νήπιο, οδηγούμενο από τον ανάδοχό του, πλησιάζει το Ποτήρι της ζωής και μεταλαμβάνει για πρώτη φορά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Έτσι, αυτή η πράξη της Εκκλησίας μας μας υπενθυμίζει πολύ εμφαντικά ότι κι εμείς είμαστε βαπτισμένοι και ότι πρέπει να πορευθούμε έξω του κόσμου τούτου και να εισέλθουμε στη Βασιλεία του Θεού, για να “φάμε” και να “πιούμε” στην “Τράπεζα της Βασιλείας” μαζί με τον Χριστό. Και αληθινά γίνεται αυτό, διότι κι εμείς έχουμε πεθάνει με τον Χριστό κι έχουμε αναστηθεί μαζί Του σε μια νέα ζωή, την ζωή της Χάριτος.

Μια δυνατή μαρτυρία περί του γεγονότος αυτού, ότι δηλαδή το βάπτισμα γινόταν μόνο κατά την ημέρα του Πάσχα είναι και η ακολουθία του Εσπερινού του Μεγάλου Σαββάτου, που ψάλλεται το πρωί της ημέρας αυτής. Αυτός ο Εσπερινός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια βαπτισματική ακολουθία. Η Θεία Λειτουργία που τον ακολουθεί, περιέχει πάρα πολλά στοιχεία της ακολουθίας του βαπτίσματος, συμπεριλαμβανομένων και των δύο αναγνωσμάτων από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου καθώς και του κεφαλαίου του Ευαγγελιστή Ματθαίου που ομιλεί περί της υπό του Χριστού αποστολής των αποστόλων να βαπτίζουν:

“Πηγαίνετε και κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη. Βαπτίστε τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξτε τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα κι εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα ως την συντέλεια του κόσμου”.

Επίσης στη Θεία Λειτουργία του Μ. Σαββάτου, αντί του Τρισάγιου Ύμνου ψάλλεται το εδάφιο από την προς Γαλάτας Επιστολή του Αποστόλου Παύλου που ομιλεί πολύ καθαρά περί της σπουδαιότητας του Μυστηρίου του Βαπτίσματος:

“Ντυθήκατε το Χριστό, όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού”.

Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, η Εκκλησία μας εξακολουθεί να μαρτυρεί περί του γεγονότος ότι όπως η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί την βάση και το κέντρο της Χριστιανικής Πίστεως, έτσι και το Βάπτισμα αποτελεί την βάση και το κέντρο της Χριστιανικής ζωής. Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει Χριστιανική ζωή, εάν δεν προηγηθεί η δια του βαπτίσματος αναγέννηση του ανθρώπου. Ακόμη, δεν μπορεί να υπάρξει αναγέννηση, εάν δεν προηγηθεί θάνατος. Και είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν υπήρξε κι ούτε υπάρχει άλλη γέννηση και άλλος θάνατος που να έχει τέτοια δύναμη ώστε να επιδρά και να επηρεάζει τις ζωές όλων των ανθρώπων τόσο πολύ όσο ο θάνατος και η ανάσταση του Εσταυρωμένου Υιού του Θεού, του Ιησού Χριστού.

Έτσι λοιπόν, το νερό του βαπτίσματος συμβολίζει τον τάφο μέσα στον οποίο βυθιζόμαστε, κατά την ώρα της βαπτίσεως και πεθαίνουμε με τον Χριστό, για να αναστηθούμε μαζί Του σε μια νέα φωτεινή ζωή, ενδεδυμένοι με το ένδυμα της σωτηρίας και της αιωνιότητας που μας χάρισε η άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αληθώς, λοιπόν, το Βάπτισμα είναι το “Πάσχα ημών”.

Εκ του θανάτου εις την Ζωήν




(Η περικοπή που διαβάζεται συνήθως στην εξόδιο ακολουθία)

Αμην αμην λέγω υμιν οτι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με εχει ζωην αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ ερχεται αλλα μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν. Αμην αμην λέγω υμιν οτι ερχεται ωρα και νυν εστιν οτε οι νεκροι ακούσουσιν της φωνης του υιου του θεου και οι ακούσαντες ζήσουσιν. Ωσπερ γαρ ο πατηρ εχει ζωην εν εαυτω, ουτως και τω υιω εδωκεν ζωην εχειν εν εαυτω και εξουσίαν εδωκεν αυτω κρίσιν ποιειν, οτι υιος ανθρώπου εστίν. Μη θαυμάζετε τουτο, οτι ερχεται ωρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσουσιν της φωνης αυτου και εκπορεύσονται, οι τα αγαθα ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωης, οι δε τα φαυλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως.Ου δύναμαι εγω ποιειν απ' εμαυτου ουδέν. καθως ακούω κρίνω, και η κρίσις η εμη δικαία εστίν, οτι ου ζητω το θέλημα το εμον αλλα το θέλημα του πέμψαντός με [Πατρός].

Ιω ε΄ 24-30

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Ο Θάνατος του Χριστού


Για τους περισσότερους ανθρώπους ο θάνατος είναι η έσχατη απόδειξη δουλείας. Είμαστε ανίσχυροι απέναντί του. Μπορούμε να τον απομακρύνουμε, αλλά όχι να τον υπερβούμε. Για τους περισσότερους ο θάνατος αποτελεί το βιολογικό και οριστικό τέρμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν υπάρχει λογική απόδειξη επιστροφής από το "επέκεινα", το μετά τον θάνατο, με αποτέλεσμα η θλίψη να είναι ανυπέρβλητη. Απέναντι στον θάνατο ο άνθρωπος ζει με τον φόβο ή εκείνη την ελπίδα ότι το τέλος δεν θα έλθει.

Ο Χριστός έζησε τον θάνατο, όχι ως βιολογικό τέρμα ή ως αναπόδραστη κατάσταση, αλλά ως υπακοή στο θέλημα του Πατέρα Του. Έφτασε την φύση Του, που είχε την αθανασία δεδομένη, καθώς δεν είχε αμαρτία, στο κατώφλι του θανάτου και το πέρασε σωματικά, για να μας δείξει ότι ο θάνατος είναι το τέρμα, μόνο όταν συνοδεύεται από τον χωρισμό από το Θεό. Αυτός που ζει το Θεό με υπακοή στο θέλημά Του, αυτός που αγωνίζεται εναντίον της αμαρτίας, η οποία είναι ο θάνατος, ελευθερώνεται ακόμη και από τα δεσμά του θανάτου, γιατί ακολουθεί τον Χριστό.

"Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρη", μας λέει ο Κύριος. Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος αποτελεί για μας τους θνητούς την αφορμή, πολύν καρπό να φέρουμε, αν ζούμε με υπακοή στο Θεό. Ο Χριστός μας δίδαξε ότι αυτό είναι κατορθωτό. Αν πεθάνουμε ως προς την αμαρτία, δηλαδή νεκρώσουμε τα πάθη και τις κακίες μας, τότε ουσιαστικά φέρουμε πολύν καρπό, της αγάπης, της αρετής, της πίστης στο Θεό, γιατί αυτό είναι το θέλημά Του για μας. Αν πεθάνει ο εγωισμός μας, με την άσκηση, την προσπάθεια, την ταπείνωση, την θυσία, τότε πολύν καρπό φέρουμε. Τραβάμε την χάρη και το έλεος του Θεού και τότε, ακόμα και ο βιολογικός θάνατος είναι το σημείο εκείνο της ζωής που μας απαλλάσσει από την φθορά και την αμαρτία και μας φέρνει κοντά σ' Αυτόν που πέθανε για μας, τον Χριστό.

Ο Χριστός αναπαύεται στον τάφο σωματικά. Ο Χριστός κηρύττει στον ’δη τη Ζωή. Και θα αναστηθεί ως ο λέων, αυτεξουσίως, και θα τραβήξει μαζί Του όσους τον πίστεψαν, αλλά και όσους τον πιστεύουν, όσους τους αγγίζει το μήνυμα, το πρόσωπο, η κοινωνία μαζί Του. Ελευθερωνόμαστε από το θάνατο, χάρις στον θάνατο του Σωτήρα. Όλα πλέον είναι διαφορετικά. Δεν φοβόμαστε το θάνατο, γιατί θα μας πάει σ' Αυτόν που μας αγαπά και αγαπούμε. Και θα περιμένουμε την Δευτέρα Παρουσία, για να γευτεί και το σώμα μας, αυτή την ανεκλάλητη χαρά. Αυτή την ανεκλάλητη ελευθερία. Αυτή την ανεκλάλητη αιώνια ζωή.

ΙΜΔημ.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Η τριήμερη έγερση του Χριστού



Κάποτε ο Χριστός αναφέρθηκε παραβολικά στην εκ νεκρών τριήμερη Ανάστασή Του, όταν είπε: "λύσατε τον ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν". Οι Ιουδαίοι νόμιζαν ότι μιλούσε για τον ναό του Σολομώντος, που έκανε σαράντα έξι χρόνια για να κτισθή. Όμως, "εκείνος έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού". Μάλιστα, ακόμη και οι ίδιοι οι Μαθητές το κατάλαβαν ύστερα από την ανάστασή Του (Ιω. β', 19-22).

Και άλλες φορές ο Χριστός μιλούσε καθαρά για την τριήμερη ανάστασή Του: "Και ήρξατο διδάσκειν αυτούς ότι δει τον Υιόν του ανθρώπου πολλά παθείν, και αποδοκιμασθήναι από των πρεσβυτέρων και των αρχιερέων και των γραμματέων, και αποκτανθήναι, και μετά τρεις ημέρας αναστήναι" (Μάρκ. η', 31). Τόσο πολύ είχε διαδοθή αυτή η διδασκαλία, ώστε οι ευρισκόμενοι κατά την σταυρική θυσία στον Γολγοθά τον βλασφημούσαν λέγοντας: "ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον σεαυτόν" (Ματθ. κζ', 40). Επίσης, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι ζήτησαν από τον Πιλάτο να σφραγίση τον τάφο, γιατί θυμήθηκαν ότι ο Χριστός όσο ζούσε είπε: "μετά τρεις ημέρας εγείρομαι" (Ματθ. κζ', 63).

Όλοι λέμε ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τον τάφο μετά από τρεις ημέρες. Μιλώντας, βέβαια, για Ανάσταση δεν εννοούμε ότι πέθανε η θεότητα, αλλά ότι η ψυχή, που χωρίστηκε από το σώμα, χωρίς να χωρισθή η θεότητα, επανήλθε πάλι στο σώμα, και έτσι αναστήθηκε από τον τάφο. Δημιουργείται όμως ένα πρόβλημα σχετικά με τις τρεις ημέρες. Από πότε υπολογίζονται και πώς προσμετρώνται, αφού γνωρίζουμε ότι ο Χριστός πέθανε την τρίτη απογευματινή της Μ. Παρασκευής και αναστήθηκε τις πρωϊνές ώρες της Κυριακής.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ερμηνεύει ότι πραγματικά έχουμε τρεις νύκτες και τρεις ημέρες κατά τις οποίες ο Χριστός βρισκόταν στον τάφο. Ερμηνεύοντας τα περιστατικά της σταυρώσεως λέγει ότι κατά την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός κάλεσε το σκοτάδι νύκτα και το φως ημέρα. Έτσι, λοιπόν, το σκοτάδι που έγινε κατά τον καιρό της σταυρώσεως, από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις τρεις το μεσημέρι, είναι νύκτα, αφού δεν σκοτίστηκε ο ήλιος από κάποιο σύννεφο που κάλυψε την ηλιακή ακτίνα. Έτσι περιέπεσε σκοτάδι σε ολόκληρη την γή, αφού εξέλειπε η φωτιστική ενέργεια που πηγάζει από το ηλιακό σώμα. Από τις τρεις η ώρα μέχρι την κανονική δύση της Παρασκευής έχουμε ημέρα. Οπότε συμπληρώθηκε η πρώτη νύκτα και ημέρα. Στην συνέχεια έχουμε την νύκτα της Παρασκευής και την ημέρα του Σαββάτου, που υπολογίζεται ως δεύτερη νύκτα και ημέρα. Και τέλος η νύκτα του Σαββάτου και η αρχή, τα ξημερώματα της Κυριακής, οπότε αναστήθηκε ο Χριστός, απαρτίζουν την τρίτη νύκτα και ημέρα.

Ο άγιος ιερομάρτυς Αναστάσιος ο Σιναΐτης δίνει μια άλλη ερμηνεία, που κινείται περίπου στα ίδια πλαίσια. Λέγει ότι κατά την Παλαιά Διαθήκη η ημέρα αριθμείται αφού συνυπολογισθή και η εσπέρα. Στο βιβλίο της Γενέσεως λέγεται: "Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ ημέρα μία" (Γεν. α', 5). Επίσης, από το μέρος υπολογίζεται και το όλο.

Επομένως, κατά τον άγιο Αναστάσιο, η ώρα που πέθανε ο Χριστός, ως τμήμα της ημέρας της Παρασκευής, που άρχισε από την Πέμπτη το απόγευμα, εντάσσεται στην πρώτη ημέρα. Το βράδυ της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου υπολογίζεται ως δεύτερη ημέρα, και το βράδυ του Σαββάτου μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής όταν αναστήθηκε ο Χριστός, επειδή αποτελείται και από τμήμα της ημέρας της Κυριακής, θεωρείται ως τρίτη ημέρα.

Προσωπικά πιστεύω ότι η ερμηνεία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού θεωρείται πιο ευπρόσδεκτη, χωρίς να αποκλείεται και η ερμηνεία του αγίου Αναστασίου. Πάντως, ο Χριστός παρέμεινε τρεις ημέρες και τρεις νύκτες στον τάφο.

Είναι σημαντικός και ο λόγος για τον οποίο ο Χριστός αναστήθηκε μετά από τρεις ημέρες και όχι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Χριστός να αναστηθή αμέσως μετά τον θάνατό Του στον Σταυρό, αλλά αναστήθηκε τριήμερος για να πιστοποιηθή το μυστήριο του θανάτου, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να αμφισβητηθή. Δεν παρέμεινε περισσότερο χρόνο για να μη συκοφαντηθή το μυστήριο της αναστάσεως στο διάμεσο χρονικό διάστημα. Γιατί, όσο αργούσε τόσο και θα δημιουργούσε προβλήματα και ερωτήματα στους Ιουδαίους και τους Μαθητάς (Μακάριος Χρυσοκέφαλος). Γι’ αυτό, το διάστημα των τριών ημερών ήταν το πιο κατάλληλο για να μην αμφισβητηθή το μυστήριο του θανάτου, ούτε και να κατηγορηθή το μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού.

πηγή

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Ο Σταυρός του Χριστού



Του Μόσχου Εμμ. Λαγκουβάρδου

Παραβρέθηκα ένα βράδυ στον έρημο περίβολο ενός μοναστηριού, στην εξής τραγική σκηνή: Ένας πατέρας στέκει όρθιος και ακουμπάει στον πέτρινο τοίχο του μοναστηριού , για να μην πέσει. Μέσα στην παραζάλη του πόνου που του προκαλεί το θέαμα που βλέπει , νιώθει τα πόδια του να μην τον κρατάνε: Ο γιος του ένα παλικάρι είκοσι χρονών , καταματωμένος είναι πεσμένος καταγής . Χτυπάει με δύναμη το πρόσωπό του επάνω στις πλάκες του δαπέδου: «Σκότωσέ με», λέει με πνιχτή φωνή.
Ο δύστυχος πατέρας τον ακούει και στέκει βουβός . Η καρδιά του πονάει που βλέπει το παιδί του σ΄ αυτήν την κατάσταση. Εύχεται να ήταν αυτός στη θέση του παιδιού του, να υπέφερε αυτός, αντί το παιδί του.
Οι γονείς που αγαπούν τα παιδιά τους εύχονται να έρθει το κακό σ΄ αυτούς, αντί στα παιδιά τους. Το ίδιο προσεύχονται οι άγιοι για τον κόσμο: ο Θεός να δώσει σ΄ αυτούς τις αρρώστιες που βασανίζουν τον κόσμο.
Με τη λογική δεν μπορεί κανείς να καταλάβει πως ο πατέρας ή η μητέρα ή αυτός που αγαπάει κάποιον , γίνεται αυτός θεληματικά το αθώο θύμα, για να μην πληρώσει ο αγαπημένος του που έσφαλε.
Με τη λογική δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη θεληματική θυσία. Ο Ιησούς Χριστός βαστάει το φορτίο μας. Η αγάπη του Χριστού είναι σταυρός.
Έτσι ενώ με τη σοφία του νου φαίνεται παράξενο πως ο Θεός αφήνει να τον σταυρώσουν, με την σοφία της καρδιάς είναι παράξενο το αντίθετο, να αγαπάει κανείς και να μην θυσιάζεται γι΄ αυτόν που αγαπάει. Έτσι καταλαβαίνουμε τη θεληματική θυσία των γονιών χάριν των παιδιών τους ή τη θεληματική θυσία εκείνων που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία της πατρίδας τους.
Μόνο με την πίστη ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός καταλαβαίνουμε το νόημα του Σταυρού του Χριστού. Και μόνο αυτοί που στηρίζονται σταθερά στην πραγματικότητα, σ΄ αυτό που συμβαίνει και όχι στις επινοήσεις της λογικής, στους λογικούς συλλογισμούς, στα επιχειρήματα και στις θεωρίες.
Το νόημα του σταυρού του Χριστού και τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, ότι καυχώμαι στο Χριστό εσταυρωμένο, ενώ τα καταλαβαίνουν οι απλοί άνθρωποι, δυσκολεύονται ‘η αδυνατούν εντελώς να τα καταλάβουν οι μορφωμένοι και οι διανοούμενοι. Ο λόγος είναι ότι οι απλοί άνθρωποι στηρίζονται στην πραγματικότητα και προσεγγίζουν το σταυρό όχι με τη σοφία του νου , με τις νοητικές επινοήσεις και με τα λογικά επιχειρήματα, αλλά με τη σοφία της καρδιάς. Οι απλοί έχουν βιώματα, ενώ οι μορφωμένοι έχουν πεποιθήσεις και ιδεολογίες.
Από τα βιώματά τους γνωρίζουν ότι η πραγματικότητα είναι ότι ο Ιησούς Χριστός , Αυτός που σταύρωσαν οι Εβραίοι δυο χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα, είναι ο Θεός, ότι ο Θεός είναι αγάπη και ότι όλοι οι άνθρωποι που αγαπούν κουβαλούν το σταυρό τους. Οι απλοί άνθρωποι, όσοι πιστεύουν και όσοι αγαπούν βιώνουν την αγάπη σαν ένα μεγάλο σταυρό. Έτσι συλλαμβάνουν το νόημα του Σταυρού του Χριστού με την καρδιά τους, ενώ η λογική με τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματα δεν μπορεί να το συλλάβει.
Καυχιέμαι στον Ιησού Χριστό, τον Κύριο και Θεό μου, εσταυρωμένο, λέει ο Απόστολος Παύλος, . Αν ο Χριστός δεν σταυρώθηκε είναι ψεύτικο το κήρυγμά μου.
Η χριστιανική πίστη στηρίζεται στην ιστορική πραγματικότητα, στο ιστορικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού και σ΄αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, ότι η αγάπη είναι βαρύς σταυρός.

"Ελευθερία"


πηγή

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Θάνατος και χαρά


Κάθε φορά που ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο, τα συναισθήματα που κυριαρχούν είναι η θλίψη, η απογοήτευση και ο φόβος. Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης στην ιστορική, πλέον, ομιλία του στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. το 1986 έδειξε, με αφορμή την πορεία προς Εμμαούς, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζουμε το θάνατο.

«Σήμερα, λοιπόν, θα μιλήσουμε για τον θάνατο και μου ήρθε στο νου η αγωνία, αν θέλετε και η απογοήτευση των μαθητών μετά τον θάνατο του Χριστού και ο φόβος τους. Για αυτό θα ήθελα να σας υπενθυμίσω την προς Εμμαούς πορεία.
Θα το πω με δύο λόγια μιας και είναι γνωστή η πορεία: Δύο μαθητές, τρεις μέρες μετά τον θάνατο του Κυρίου, προχωρούν εις Εμμαούς, συζητούν μεταξύ τους για τον Ιησού, αγωνιούν, μιλούν για τα γεγονότα. Έρχεται ο Χριστός, χωρίς να τον αναγνωρίσουν, και τους ερμηνεύει τις γραφές. Εν τέλει Τον αγαπούν αυτόν τον Συνοδοιπόρο. Του λένε "μείνε μαζί μας". Μένει. Φτάνουν στο τραπέζι και στην κλάση του άρτου Τον γνωρίζουν. Τότε Αυτός γίνεται άφαντος, εκείνοι γεμίζουν χαρά και προχωρούν προς τα Ιεροσόλυμα.
Oι δύο μαθητές, λοιπόν, μιλούσαν και συζητούσαν για τον Χριστό. Και εκείνος παρουσιάστηκε δίπλα τους να συμπορεύεται. "Οι δε οφθαλμοί αυτών εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν". Τα μάτια τους ήταν ακόμα κλειστά και δεν Τον γνώρισαν. Νομίζω ένα μεγάλο πράγμα είναι το εξής: ο Χριστός είναι η οδός και είναι και ο αληθινός Συνοδοιπόρος μας. Κι αν τυχόν αγωνιούμε, αν συζητάμε, αν ψάχνουμε, αν βαδίζουμε, αν τυχόν για κάπου πάμε, Αυτός είναι μαζί μας. Μα, λέει κάποιος: "δεν Τον ξέρουμε". Αλλά πρέπει να ξέρουμε ένα πράγμα: μαζί με την αγωνία μας και Αυτός συμπορεύεται. Και ας μην Τον διακρίνουμε.
O Χριστός, στη συνέχεια, δεν θέλει να τους κάνει διδασκαλία, αλλά θέλει να τους δώσει τη δυνατότητα να πουν αυτά που έχουν μέσα τους. Γι' αυτό προσποιείται άγνοια και μάλιστα επιμένει. Τότε «του εξηγούν» για τον Ιησού τον Ναζωραίο τον οποίο παρέδωσαν "οι άρχοντες ημών εις κρίμα θανάτου" και Tον σταύρωσαν. Στη συνέχεια λένε κι οι δυο τους τον πόνο τους: «Εμείς ελπίζαμε ότι αυτός θα λύτρωνε το Ισραήλ. Αλλά ήδη πέρασαν τρεις μέρες αφού έγιναν αυτά, αφού Τον σταύρωσαν και δεν είδαμε ακόμη τίποτε που να στηρίξει τις ελπίδες μας. Μας παραξένεψαν μερικές γυναίκες από τη δική μας συντροφιά, γιατί πήγαν πρωί στο μνημείο και λένε ότι δεν βρήκαν το σώμα Του. Ήλθαν και μας είπαν ότι είδαν οπτασία αγγέλων κι ότι οι άγγελοι λένε ότι ζει. Και πήγαν και μερικοί από μας στο μνημείο και το βρήκαν έτσι όπως είπαν οι γυναίκες, "Αυτόν δε ουκ είδον"».
Τους δίνει, λοιπόν, τη δυνατότητα ο Χριστός να πουν το λογισμό τους. Αυτοί, με τετράγωνη λογική, λένε ότι "Εμείς ελπίζαμε. Τώρα δεν ελπίζουμε. Τι να ελπίζουμε; Εφ' όσον Αυτός σταυρώθηκε, πέθανε και είναι τρεις μέρες που πέρασαν, τελείωσε η ιστορία". Αποδεικνύουν τετραγωνικά ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να ελπίζει κανείς. Νομίζω ότι ο μεγάλος δάσκαλος, ο Χριστός, αυτό ήθελε να πουν κι αυτοί. Αυτό ήθελε να βγάλει από μέσα τους: ότι, κοίταξε, με την τετράγωνη λογική, η υπόθεση τελείωσε - και νομίζω ότι είναι καλό να τελειώνουν οι υποθέσεις.
Όμως αρχίζει Εκείνος και μιλά: "Ώ ανόητοι και βραδείς τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται". Επειδή και ο Κύριος ένιωθε ότι ήταν φίλοι Του, τους μιλάει αυστηρά. Και λέει τη φράση τη μεγάλη παρακάτω: "Ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξα αυτού;" Δεν έπρεπε να πάθει αυτά ο Χριστός για να περάσει στη δόξα Του; Στο σημείο αυτό μπαίνουμε στο μεγάλο μυστήριο και λέμε: Αν τυχόν έπρεπε να πάθει Αυτός, που ήταν ο ίδιος ο Χριστός, εμείς τι πρέπει να πάθουμε;
Άρχισε από τον Μωυσή και όλους τους προφήτες και εξήγησε σε όλες τις γραφές αυτά που αφορούσαν το πρόσωπό Του. Μαζί με την πορεία προχωρούσε και η ερμηνεία, κι έβλεπαν οι μαθητές ότι κάπου αλλού τους πηγαίνει. Μόλις έφτασαν στην πόλη που πήγαιναν, Αυτός προσποιήθηκε ότι πάει κάπου αλλού. Αλλά αυτοί: "παρεβιάσαντο αυτόν λέγοντες μείνον μεθ' ημών, ότι πρός εσπέραν εστί καί κέκλικεν η ημέρα". Νομίζω ότι οι μαθητές είπαν: Τώρα πού πάς; Τελείωσε η μέρα, τελειώνει η πορεία. Έτσι που μας έκανες δεν μπορούμε να φύγουμε από κοντά Σου, ούτε Εσύ από μας, έλα να μείνεις μαζί μας. Και ο Χριστός πέρασε μαζί τους.
Και "εν τω κατακλινθήναι αυτόν μετ' αυτών λαβών τόν άρτον ευλόγησε, καί κλάσας απέδιδον αυτοίς, αυτών δέ διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, καί επέγνωσαν αυτόν, καί αυτός άφαντος εγένετο απ' αυτών". Μετά από τον λόγο, την ιερολογία, φτάσαμε στην ιερουργία. Έγιναν οι εξηγήσεις και δεν έμενε πια τίποτα άλλο παρά η πράξη της ιερουργίας. O Χριστός δεν είπε τίποτα, αλλά τεμάχισε τον άρτο. Eν τη κλάσει του άρτου Τον γνώρισαν και μόλις Τον γνώρισαν έγινε άφαντος, χάθηκε. Φυσικά, εγώ νομίζω ότι όταν λέμε χάθηκε εννοούμε βρέθηκε. Γιατί αν τυχόν έμενε θα τον έχαναν? θα έλεγαν ότι "Αυτός είναι εδώ, εκεί", θα Τον εντόπιζαν, ενώ Αυτός είναι πανταχού παρών. Oπότε αφού Τον κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ανοίγονται οι οφθαλμοί τους. Επομένως "διηνοίχθησαν οi οφθαλμοί τους" σημαίνει ότι άρχισαν να βλέπουν τα αόρατα, να καταλαβαίνουν τα περασμένα και να έχουν δύναμη για να προχωρήσουν στα μέλλοντα, δηλαδή να συνεχιστεί η πορεία.
Oπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στην Θεία Ευχαριστία, μέσα στη Θεία Λειτουργία, εν τη κλάσει του άρτου, τις γραφές αληθινά. Γνωρίζουν αυτά που πέρασαν και παίρνουν δύναμη για να προχωρήσουν. O Κύριος γνωρίζεται ως άρτος κλώμενος και αίμα εκχυνόμενον. Στην κλάση του άρτου γνωρίζεται ο Κύριος και ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι εμείς τον Κύριο "εν τη κλάσει τη ημετέρα". Εάν τυχόν και εμείς δεν πονέσουμε, εάν τυχόν και εμείς δεν πεθάνουμε, δεν σταυρωθούμε, δεν πρόκειται να γνωρίσουμε τον Κύριο. Όπως και Κείνος έπρεπε να πάθει για να μπει στη δόξα Του, και εμείς πρέπει να πάθουμε, πρέπει να υποφέρουμε. Όλα αυτά τα βάσανα είναι ευλογία για να ανοιχτούν τα μάτια μας και έτσι να Τον βλέπουμε διαφορετικά.
Είμαστε άνθρωποι, πονάμε και έχουμε τη δική μας λογική. Κι ο Χριστός επιτρέπει τον λογισμό μας. Δίδει τις αφορμές, στους μαθητές, να ακούν το λογισμό τους και να δικαιολογήσουν τετραγωνικά την απελπισία τους. Αλλά όμως όταν απελπίζεσαι, όταν ψάχνεις, όταν πορεύεσαι, Αυτός είναι μαζί σου. Στη συνέχεια θα έρθει καιρός, όταν φτάσεις πια στην κλάση του άρτου, όταν φτάσεις στον πολύ πόνο και είσαι μαζί Του, να διανοιχτούν οι οφθαλμοί σου. Τότε Τον βλέπεις, Eκείνος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκώς μαζί σου...
Εντάξει η λογική μας, εντάξει η αναζήτησή μας αλλά είμαστε πλασμένοι για κάτι μεγαλύτερο. Ό,τι κι αν πετύχουμε με τη δική μας αναζήτηση, με τη δική μας γνώση δεν μας ικανοποιεί. O Χριστός έχει να δώσει σε μας κάτι πολύ μεγαλύτερο και δεν μας το έδωσε πριν Αυτός πάθει και μπει στη δόξα Του. Δηλαδή, μπορούμε να πεθάνουμε και να ζήσουμε. Μπορούμε να χαθούμε και να βρούμε την ψυχή μας, κι αν κανείς θέλει να την σώσει, θα την χάσει. Κι αν την χάσει ενσυνείδητα, όπως λέει, "ένεκεν εμού καί τού ευαγγελίου" αυτός θα την σώσει. Oπότε νομίζω ότι το μεγάλο πράγμα που έχουμε και κουβαλάμε δεν είναι το τι έχουμε αλλά το τι είμαστε. Αυτό που λέει και ο 'Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός: το μεγάλο πράγμα είναι ότι μπορούμε να γίνουμε όλοι κοινωνοί του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, δηλαδή μπορούμε σιγά σιγά να αναχθούμε σε αυτή την άλλη λογική. Oπότε τα πάντα είναι ευλογία.
Όπως για παράδειγμα οι νεομάρτυρες, οι οποίοι ζούσαν σε αυτή την κατάσταση, και ζούσαν σε αυτόν τον παράδεισο. Oπότε λένε: "αν τυχόν μας αφήσετε να ζήσουμε σας είμαστε ευγνώμονες γιατί ζούμε στον παράδεισο, μέσα σε αυτήν την λογική της Θείας Λειτουργίας, την άλλη λογική, εάν μας σκοτώσετε, σας είμαστε χίλιες φορές πιο ευγνώμονες γιατί το συντομότερο θα δοκιμάσουμε αυτό το πράγμα το οποίο δεν παρέρχεται και το οποίο είναι χαρά εν όλω τω κόσμω και για όλο τον κόσμο. Κι ο καθένας τότε γεννιέται, όταν πεθαίνει και τότε αγκαλιάζει όλους και βρίσκει μες την καρδιά του όλους.
Και ταυτόχρονα ενώ μιλάμε με αυτόν τον τρόπο, δεν υποτιμούμε το σώμα αλλά αντίθετα βλέπουμε ότι θεώνεται. Κι αυτή είναι η αντίθετη κίνηση που γίνεται μέσα εδώ. Δηλαδή, δεν ενώνεται μόνο η πορεία με τη στάση, η θεότης με την ανθρωπότητα, αλλά γίνεται και μια αντίστροφη κίνηση, όπως λέει το Συναξάρι των Αγίων Πάντων, "τό Πνεύμα κάτεισιν καί ο Νούς άνεισιν". Το πνεύμα κατέρχεται, ο λόγος σαρκούται και το χώμα, η φύση μας, αναλαμβάνεται, θεώνεται. Και το πιστεύουμε αυτό και το περιμένουμε να γίνει κάποτε, αλλά γίνεται από τώρα. Ήδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντός ο πονεμένος και σφαγμένος, ο τιμημένος με το να δεχτεί πολλές δοκιμασίες, νιώθει σαν άλλο σκαμμένο χωράφι που μπαίνει μέσα μια νωτίδα ουράνια, έτσι μπαίνει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και μέσα στο σώμα του ανθρώπου μια άλλη παράκληση θεϊκή και προχωρεί εις πάντας αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν.

Oπότε το θέμα, νομίζω, δεν είναι αν θα μπορέσουμε να κάνουμε μια ψεύτικη ερώτηση ή να δώσουμε μια ψεύτικη απάντηση σχετικά με τον θάνατο. Το θέμα είναι αν είναι δυνατόν να μπορούμε να κάνουμε υπομονή. Αυτό που λέει ο Κύριος, ότι το χωράφι το αγαθό, η γη η καλή είναι αυτοί που δέχονται το λόγο του Θεού και καρποφορούν εν υπομονή. Μπορούμε να κάνουμε υπομονή; Κάποιος γεωργός υπάρχει που φροντίζει για μας. Μπορούμε να περιμένουμε;

Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης

Είμαστε τα παιδιά του Αναστημένου Θεού.


Είμαστε όμως τα παιδιά του Αναστημένου Θεού. Ο Χριστός δεν είναι ένα κήρυγμα ηθικής, δεν είναι ένας κοινωνικός αναμορφωτής, δεν είναι ένας απλός επαναστάτης, διαφορετικός από τους άλλους, αλλά πάντως ένας από τους πολλούς που πέρασαν από την ανθρώπινη ιστορία. Ο Χριστός είναι ο Θεός που γίνεται άνθρωπος, κρατώντας τη Θεότητά Του, για να μας κάνει θεούς κατά χάριν, δηλαδή να ζούμε αιώνια, να μας απαλλάξει από τον θάνατο και τη φθορά. Για μας που πιστεύουμε σ' Αυτόν, αλλά και για όλο τον κόσμο, και γι' αυτούς ακόμη που δεν τον πίστεψαν και δεν θα τον πιστέψουν, ο Χριστός έφερε αυτή την καινούρια δημιουργία, την Εκκλησία.

Σ' αυτήν και το τελευταίο φυλλαράκι έχει αξία, καθώς και μέσα απ' αυτό μπορούμε να θαυμάσουμε την ομορφιά της ζωής, που ο Θεός έπλασε. Μπορούμε να θαυμάσουμε το μυστήριο της αγάπης, την μεταμόρφωση του καθενός που πιστεύει κι αγωνίζεται, τη δύναμη της μετάνοιας, την δύναμη της αγιότητας που αγκαλιάζει τον ’λλο και όλο τον κόσμο. Τη δύναμη εκείνη που κάνει την Εκκλησία να προχωρά 20 αιώνες, χωρίς τα λάθη των όσων την απαρτίζουν να την καταστρέφουν, χωρίς το αίμα και οι διωγμοί να αποτρέπουν την πίστη, αλλά να την αυξάνουν. Την δύναμη εκείνη που δίνει ελπίδα και στον τελευταίο άνθρωπο της γης.

Αν τα πάντα γίνονται καινά, αν η φθορά και ο θάνατος καταργούνται, αυτό μπορούμε να το ζήσουμε, μόνο με το να δούμε τον Χριστό ως προσωπικό Θεό μας, ως Σταυρωμένο για μας προσωπικά, ως Αναστημένο για μας προσωπικά, ως ερχόμενο για μας προσωπικά. Στην σχέση βρίσκεται το νόημα της Πίστης, στη σχέση βρίσκεται το νόημα της Ανάστασης, στη σχέση με τον Χριστό επαναποκτούμε ως δωρεά την γνήσια και μοναδική ελευθερία, του να μπορούμε να είμαστε παιδιά Του, παιδιά της Ανάστασης.

Όσοι ζούμε το φως που πλημμυρίζει την κτίση, το φως που ανατέλλει από τον Πανάγιο Τάφο, όσοι ζούμε την Ανάσταση στις καρδιές μας πιστεύοντας, συγχωρώντας, κοινωνώντας με το Χριστό και τον συνάνθρωπο δεν αγνοούμε τον ταραγμένο κόσμο μας. Αγωνιζόμαστε να τον καλυτερέψουμε. Αλλά, η ελπίδα μας είναι η Αναστάσιμη Ελευθερία. Ξεφεύγουμε, ζώντας στον πλημμυρισμένο από το Φως του Χριστού εσωτερικό μας κόσμο, από ό,τι μας θανατώνει. Και γευόμαστε, μένοντας στην αναστάσιμη και σε κάθε Θεία Λειτουργία την μετάληψη του Φωτός, την μετάληψη του Χριστού, ζώντας τη χαρά στο πρόσωπο του αδελφού μας και περιμένοντας την στιγμή εκείνη που ο Αναστημένος Χριστός θα μας αρπάξει στην ουράνια βασιλεία Του, περνώντας με το Πάσχα του θανάτου στην χαρά της άλλης βιοτής, της αιώνιας, της Αναστάσιμης, της μοναδικά ελεύθερης.


Ι Μ Δημητριάδος

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Στην βυζαντινή αγιογραφία δεν υπάρχουν σκηνές κοσμικού πένθους


του επισκόπου Ζήλων Αμβροσίου


Στην βυζαντινή αγιογραφία δεν υπάρχουν σκηνές πένθους με την κοσμική έννοια του όρου. Και στα πιο «πένθιμα» γεγονότα επικρατεί η χαρμολύπη και η ελπίδα της Αναστάσεως. Στη Σταύρωση π.χ. το πρόσωπο του Εσταυρωμένου Νυμφίου της Εκκλησίας δεν εκφράζει επιθανάτια αγωνία και πόνο, αλλά ιλαρότητα, και το πανάχραντο Σώμα Του, απαλλαγμένο επίτηδες από τον νόμο της βαρύτητας, παραπέμπει στην Ανάσταση. Κάτω απ' τον Σταυρό η Θεοτόκος και ο ηγαπημένος Μαθητής του Κυρίου δεν θρηνούν ούτε οδύρονται τραβώντας τα μαλλιά τους ή κάνοντας άλλες χειρονομίες απελπισίας, ούτε επίσης το χρώμα των ενδυμάτων των εικονιζόμενων προσώπων είναι μαύρο εις ένδειξη πένθους, όπως βλέπουμε συχνά σε παραστάσεις της Σταυρώσεως δυτικου τύπου . Την ίδια στάση εκφράσεως της χαρμολύπης σε μια εσχατολογική προοπτική συναντούμε και στις παραστάσεις της Αποκαθηλώσεως, του Επιταφίου, της Άκρας Ταπεινώσεως, της Αναστάσεως του Λαζάρου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Αγίου Εφραίμ του Σύρου κ.λπ. Δεν υπάρχουν πουθενά πρόσωπα «πενθούντα και κλαίοντα» (πρβλ. 16:10), όπως π.χ. βρήκε η Μαρία η Μαγδαληνή τους Μαθητές όταν πήγε να τους αναγγείλη την Ανάσταση του Χριστού, γιατί δεν είχε έλθει ακόμη ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, για να επίδραση στις ψυχές τους και αλλάξη τον χαρακτήρα τους, να ενεργήση την «καλήν αλλοίωσιν», όπως έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής. Η λύπη των συμμετεχόντων στα γεγονότα των εικονογραφουμένων παραστάσεων είναι απόλυτα συγκρατημένη· έτσι επαληθεύεται ο λόγος του Κυρίου: «η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιω. 15:20) αφού είναι βασισμένη στην Ανάσταση. Αλλά και η χαρά επίσης είναι συγκρατημένη και δεν έχει καμμιά σχέση με την κοσμική χαρά. Η χριστιανική χαρά είναι «καρπός του Πνεύματος» (Γαλ. 5:22), «πεπληρωμένη» (Ιω. 15:24), «αναφαίρετη» (πρβλ. Ιω. 15:22), εσωτερική, χωρίς ξεφαντώματα και υπερβολικές εξωτερικές εκδηλώσεις. Αυτή την χαρά έχουν τα πρόσωπα στην εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού ή σε παραστάσεις με αναστάσιμη θεματολογία, στις οποίες επικρατεί το στοιχείο της ηρεμίας και της ψυχικής γαλήνης.


πηγή

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ: Αναστάσιμο ευαγγέλιο μετανοίας


«και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς»

Tο σημερινό ευαγγέλιο , αγαπητοί χριστιανοί, είναι ένα ευαγγέλιο αναστάσιμο. Δεν είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται άμεσα στην Ανάσταση του Κυρίου, ούτε επειδή διαβάζεται στην πασχάλια εβδομαδιαία σύναξη της Κυριακής. Είναι αναστάσιμο γιατί αναφέρεται σε ένα καινό-καινούριο φως- που έλαμψε στον κόσμο της σκιάς του θανάτου, στον κόσμο της αμαρτίας, το φως του Χριστού, και σε μια νέα ζωή, μια ζωή χαρμολύπης,τη ζωή της μετάνοιας, την ζωή της βασιλείας του θεού.

 

Το ότι η μετάνοια συνδέεται με την ανάσταση του Χριστού, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην αγία γραφή. Αμέσως μετά την ανάσταση και πριν την ανάληψη ο Κύριος έστειλε τους μαθητές του να κηρύξουν μετάνοια στα έθνη εις άφεσιν αμαρτιών. Αλλά και οι απόστολοι ενώπιον του ιουδαϊκού λαού,την ημέρα της Πεντηκοστής, κήρυξαν μετάνοια δηλ επιστροφή και βάπτισμα στο όνομα του  Αναστημένου Κυρίου Ιησού.

Ωστόσο είναι πιο προφανής ο λόγος που καθιστά τη σημερινή ευαγγελική περικοπή αναστάσιμη, ευαγγέλιο χαράς, ελπίδας και πνευματικής ανάτασης. Πριν από την κάθοδο του Κυρίου στον Άδη , αμέσως μετά τον σταυρό και τον θάνατο, έχουμε μία άλλη κάθοδο του Χριστού σε έναν άλλο άδη, σε ένα τόπο κλαυθμού και οδυρμού. Είναι αυτή η παρουσία του Κυρίου Ιησού στην Γαλιλαία των εθνών, στην Γαλιλαία όπου επλεόνασε η αμαρτία, η οδύνη και ο θάνατος , για να περισσεύσει η χάρη και η σωτηρία. Η σάρκωση και η επιφάνεια του Λόγου, του Υιού του Θεού στον κόσμο, είναι η μεγάλη αποκάλυψη , η παρουσία του Θεού, η παροχή της ζωής και του φωτός σε ένα κόσμο απελπισίας, ασέβειας, αποπνικτικής κακίας και άγνοιας. Τελικά, η Γαλιλαία της εποχής του Ιησού, αγαπητοί χριστιανοί, είναι ο ίδιος ο κόσμος μας , ο κόσμος που ζει στην πλάνη του διαβόλου και βρίσκει την αληθινή ζωή και σωτηρία στο πρόσωπο του Χριστού, στην ίδια την Εκκλησία.

 

Η μετάνοια, αδελφοί μου, αυτή η ουσία του κηρύγματος του Προδρόμου, των αποστόλων, των προφητών, των πατέρων, το πρώτο κήρυγμα του ιδίου του Χριστού, είναι μια κατασυκοφαντημένη και κακοποιημένη έννοια στις μέρες μας. Συνδέεται με μια ζωή απελπισίας, κακουχιών, ύποπτης υποκριτικής θρησκευτικότητας, με έναν λόγο παρωχημένο, στομφώδη και φαρισαϊκό.. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πώς μέσα στους κόλπους και την παράδοση της μητέρας μας, της ορθόδοξης εκκλησίας, η μετάνοια είναι μια ζωή μακαριότητας, δηλαδή μυστικής χαράς και ευτυχίας. Είναι η ευλογημένη χαρμολύπη, η πολιτεία των ταπεινών και των αγνών ανθρώπων, αυτών για τους οποίους ο Χριστός είπε: «μακάριοι αυτοί που πενθούν γιατί θα παρηγορηθούν». Το πένθος αυτό , δεν είναι πένθος κοσμικό, που μυρίζει θάνατο και απελπισία, αλλά είναι ή ίδια η ζωή της κατά Χριστόν ταπείνωσης. Μιας ζωής που συναντάμε στους αγίους. Σ’αυτούς που δεν ανέχονται την ντροπή και την ασθένεια της αμαρτίας και ενώ είναι δίκαιοι και ευλαβείς συνειδητοποιούν την αμαρτωλότητα και την ελαχιστότητα τους ενώπιον του Θεού. Σ’αυτούς που δεν απαιτούν τα υψηλά, τα αξιώματα,τα ις διακρίσεις, τους επαίνους και μένουν σαν νεκροί μπροστά στην απατηλότητα και τη ματαιότητα του κόσμου. Σ’αυτούς που ενώ αγαπούν την ζωή και δεν την αποστρέφονται, ωστόσο ζουν μια ζωή λαθότητας, κρύβοντας την αρετή τους από τους άλλους και επιλέγουν σαν τις μέλισσες απ’αυτόν τον κόσμο ότι αγνό,αυθεντικό και ψυχωφέλιμο, με διάκριση και απλότητα. Αυτούς που συναισθάνονται το υψηλό μυστήριο του Θεού και καταγελούν όλη την ανθρώπινη ματαιότητα και πολυπραγμοσύνη.

 

Τέλος,  αγαπητοί μου, η ζωή της μετανοίας είναι καθαρά μυστηριακή και εκκλησιαστική ζωή. Ο μετανοϊκός άνθρωπος τρέφεται από την θεία ευχαριστία, την εξομολόγηση, τις ακολουθίες της εκκλησίας. Ζεί με αυτοπροσφορά, κένωση, προσευχή, διακονία,θυσία και κύρια με πίστη και ελπίδα, γι’αυτό και ζει εσωτερικά γαλήνιος και χαρούμενος. Ο νέος κόσμος του Θεού, ο μυστηριακός κόσμος της Εκκλησίας που εγκαινίασε ο Χριστός με την επιφάνεια Του στον κόσμο, είναι ο κόσμος της ανάστασης, της ζωής και του φωτός.

 

Αυτή τη χάρη και το βίωμα ας παλέψουμε να αποκτήσουμε, όλοι μας αδελφοί, για να βρούμε την αληθινή και αναφαίρετη μακαριότητα. ΑΜΗΝ.

 

 

 

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Λόγος εις την Αγίαν Εορτήν των Φώτων(απόσπασμα)


Χθες εκκλησιαζόμενος και εγώ μαζί σας και προεορτάζων την ημέρα των Φώτων σας ανέπτυξα τα αρμόζοντα και είπα προς την άγάπην σας περί του Βαπτίσματος του Χριστού, του οποίου ημείς ηξιώθημεν, ότι είναι επίγνωσης του Θεού και υπόσχεσης προς τον Θεόν. Πίστης μεν και επίγνωσης της εν Θεώ αληθείας, συνθήκη δε και υπόσχεσης δια έργα και λόγους και συμπεριφορών αρέσκοντα εις τον Θεόν. Υπελείπετο δε να ομιλήσωμεν δι' εκείνο το χωρίον του Ευαγγελίου που ανεγνώσθη τώρα και λέγει: Και ιδού ανεώχθησαν αυτώ οι ουρανοί και είδεν (ό Ιωάννης) το πνεύμα του Θεού καταβαίνον ως περιστεράν και ερχόμενον επ` αυτόν και ιδού φωνή εκ των ουρανών λέγουσα• ούτος εστιν ό Υιός μου ό αγαπητός, εν ω ευδόκησα. Μέγα και υψηλό είναι, αδελφοί, το μυστήριον του Βαπτίσματος του Χριστού, το όποιον περιέχεται εις τους ολίγους αυτούς λόγους• δυσθεώρητο και δυσερμήνευτο και όχι ολιγότερων δυσκατάληπτον. Όπως λοιπόν κατά την δημιουργία μετά τον λόγον του Θεού: Ποιήσωμεν ανθρωπον κατ' εικόνα ημετέρα και καθ` ομοίωσιν, επλάσθη εις το πρόσωπον του Αδάμ ή φύσις μας και έφάνη εις αυτήν (την ανθρώπινη φύσιν μας) ό τριαδικός χαρακτήρ της καθ' υπόστασιν δημιουργού τριαδικής θεότητας δια του εμφυσήματος εις τον Αδάμ του ζωαρχικού Πνεύματος του Θεού, ενώ κατά την δημιουργία των υπολοίπων κτισμάτων που έγιναν μόνον με λόγον (είπε και εγενήθησαν), μόνον ό Υιός Λόγος και ό λέγων Πατήρ εφανερώθησαν, έτσι και τώρα, οπότε αναδημιουργείται ή φύσις μας εν Χριστώ, φανερούμενον το άγιον Πνεύμα δια της καθόδου του από τους ουρανούς επί τον Χριστόν τον βαπτιζόμενον εις τον Ιορδάνη, φανέρωσε το μυστήριον της σωτηρίας των λογικών κτισμάτων υπό της ανωτάτης και τα πάντα δημιουργούσης Τριάδος.
Άλλα δια ποίον λόγον κατά την στιγμήν πού δημιουργείται και κατά την στιγμήν που αναδημιουργείται ό άνθρωπος φανερώνεται το μυστήριον της αγίας Τριάδος; Όχι μόνον διότι από όλα τα επίγεια κτίσματα ό άνθρωπος είναι ό μόνος μύστης και προσκυνητής αυτής, αλλά διότι είναι και ό μόνος που επλάσθη κατ' εικόνα της. Διότι τα μεν άλογα ζώα έχουν μόνον ζωτικόν πνεύμα, το όποιον μάλιστα δεν είναι αθάνατον, στερούνται δε τελείως νου και λόγου. Τα δε υπέρ αίσθησιν όντα, δηλαδή οί άγγελοι και οι αρχάγγελοι, ως νοεροί και λογικοί έχουν νουν και λόγον, άλλ' όχι και πνεύμα ζωοποιούν, διότι δεν έχουν ούτε και σώμα δια να ζωοποιηθεί από αυτό. Ό άνθρωπος δε μόνος κατ' εικόνα της τρισυπόστατου θεότητας έχει νουν και λόγον και πνεύμα και ζωοποιεί το σώμα, επειδή έχει και σώμα.

και ιδού, λέγει, ανεώχθησαν αυτώ οί ουρανοί. Συγκεντρώσατε λοιπόν τον νουν σας, αδελφοί, παρακαλώ, και προσέξατε με ακρίβεια εις τα λεγόμενα και την σημασία των, δια να καταλάβετε την δύναμιν του μυστηρίου της Βαπτίσεως του Χριστού. Ή κατάδυσης λοιπόν του Χριστού εις το ύδωρ προεικόνιζε την κατάβασίν του εις τον Άδη. Έτσι κατά τον αυτόν τρόπον και ή ανάστασίς του από το ύδωρ προεικόνιζε την Ανάστασίν του εκ νεκρών. Κατά φυσικό λοιπόν λόγον και ακολουθία μόλις ανέβηκε από το ύδωρ, αμέσως άνοιξαν δι' αυτόν οί ουρανοί. Διότι και κατά την καθοδόν του εις τον Αδη, όταν εκρύβη υπέρ ημών εις την γήν και ανέστη έπειτα, άνοιξε τα πάντα και δια τον εαυτόν του και δι' ημάς• όχι μόνον τα υπόγεια και τα επίγεια αλλά και αυτόν τον ανώτατον ουρανόν, εις τον όποιον αργότερον όταν άνελήφθη σωματικώς πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθε. Έχων δε ό Χριστός ψυχήν και σώμα, τα όποια προσέλαβε από εμάς για χάριν μας, δια μεν του σώματος υπέστη τα πάθη και τον θάνατον και την ταφή όπερ ημών και ανέδειξε την ανάστασιν του εκ του τάφου άθανασίαν και αυτού του σώματος, και παρέδωκε εις ημάς να τελώμεν εις ανάμνησιν την αναίμακτον θυσίαν και να απολαμβάνωμεν δι' αυτής την σωτηρίαν. Δια δε της ψυχής κατήλθεν εις τον Αδη και επανήλθε και μετέδωσε σε όλους φως αΐδιον και ζωήν και ως δείγμα τούτου μας παρέδωκε να τελούμε το άγιον Βάπτισμα και δι' αυτού να έχομεν την σωτηρίαν, έφ' όσον με κάθε ένα από τα δύο μυστήρια -Θείαν Ευχαριστία και Βάπτισμα- θεοποιούνται αμφότερα, και ψυχή και σώμα, δεχόμενα τα σπέρματα της αθανάτου ζωής. Διότι από τα δύο αυτά μυστήρια κρεμάται όλη ή σωτηρία μας, έφ' όσον εις αυτά συγκεφαλαιούται όλη ή σωτηρία του Θεού Λόγου.


Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Αντωνίου Κραποβίτσκυ (1863-1936), Μητροπολίτου Κιέβου: Οι τρεις επισκέψεις της Μαρίας της Μαγδαληνής στον Τάφο του Κυρίου


Έχουμε διαβάσει ποικίλες συζητήσεις σχετικά με την φαινομενική έλλειψη συμφωνίας ανάμεσα στις Ευαγγελικές διηγήσεις της Αναστάσεως του Χριστού. Έχουν γίνει πολλές απόπειρες για να αποδειχθεί μια συμφωνία ανάμεσα στους Ευαγγελιστές σε αυτό το θέμα, αλλά δεν είναι όλες αρκετά επιτυχείς. Θα ήθελα να προσφέρω μια προσεκτική εξέταση αυτού του θέματος και θα αρχίσω αναφέροντας τα πιο φανερά σημεία που δείχνουν έλλειψη συμφωνίας.

Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου διαβάζουμε ότι κατά τον χαιρετισμό από τον Αναστημένο Κύριο με την λέξη «Χαίρετε» η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία αμέσως «εκράτησαν αυτού τους πόδας» (Μτ, κη, 9). Όμως αλλού (Ιω, κ, 11-17) διαβάζουμε ότι όταν η Μαρία η Μαγδαληνή θρηνούσε στον άδειο τάφο και δεν αναγνώρισε τον Χριστό, αλλά νόμισε ότι ήταν ο κηπουρός, δεν της επετράπη να τον αγγίξει. Αυτές οι διηγήσεις δεν φαίνεται να συμφωνούν μεταξύ τους και προσπάθειες από αναγνώστες να τις συμβιβάσουν παράγουν βεβιασμένες ερμηνείες και μη πειστικές επινοήσεις.

Τα τέσσερα Ευαγγέλια δεν αναφέρουν την εμφάνιση του Κυρίου στις Μυροφόρες Γυναίκες με ένα ταυτόσημο τρόπο. Αυτό που περισσότερο μπερδεύει τους ερμηνευτές είναι η έλλειψη συμφωνίας ανάμεσα στις αφηγήσεις που δίνονται από τον Ματθαίο και τον Ιωάννη. Είναι προφανές ότι ο Κύριος εμφανίσθηκε στην Μαρία την Μαγδαληνή δυό φορές: μια φορά μόνο σε αυτήν και την άλλη φορά μαζί και στην άλλη Μαρία, αλλά η σχέση αυτών των δύο εμφανίσεων μπερδεύει τους ερμηνευτές.

Η άποψή μας με την οποία προτιθέμεθα να λύσουμε αυτή την απορία μπορεί να εκφραστεί ως εξής: ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει την πορεία που έκαναν οι δύο Μαρίες στον τάφο του Κυρίου ενώ ήδη ήξεραν ότι ο Χριστός είχε αναστηθεί εκ νεκρών. Αυτό που περιγράφει ο Ματθαίος συνέβη μετά την εμφάνιση που περιγράφει ο Ιωάννης όταν η Μαρία η Μαγδαληνή εξέλαβε τον Χριστό σαν τον κηπουρό. Πληροφόρησε τους Αποστόλους ότι είδε τον Κύριο και της μίλησε, μετά πληροφόρησε την άλλη Μαρία και οι δυό μαζί πήγαν στον τάφο. Αυτή την φορά δεν πήγαν για να αλείψουν το σώμα, επειδή ήξεραν ότι είχε αναστηθεί, αλλά πήγαν «για να δουν τον τάφο» ξέροντας ότι είναι άδειος και ξέροντας επίσης ότι τα οθόνια μέσα στα οποία είχε θαφτεί ήταν ακόμα εκεί. Δεν ήταν μόνο αυτές και οι δύο απόστολοι που βιαστηκά πήγαν στο μνημείο για να επαληθεύσουν αυτό που η Μαρία η Μαγδαληνή είχε δει, αλλά αργότερα και άλλες μυροφόρες και άλλοι επίσης πήγαν (Λκ, κδ, 9, 24). Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας πληροφορεί ότι οι δύο Μαρίες αξιώθηκαν μια δεύτερη εμφάνιση Αγγέλου και μετά του ίδιου του Κυρίου.

Ποιά άλλη απόδειξη έχουμε εκτός από τα λόγια του Ματθαίου ότι αυτές πήγαν «για να δουν τον τάφο» για το ότι τα γεγονότα στο κατά Ματθαίον έγιναν μετά από αυτά που περιγράφονται στο κατά Ιωάννην; Η δεύτερη απόδειξη είναι ότι ο Ιωάννης περιγράφει ότι τα γεγονότα έγιναν «ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι» ενώ ο Ματθαίος καθαρά μιλάει ότι έγιναν «την αυγή της πρώτης μέρας της εβδομάδας».

Το τρίτο σημείο που απαιτεί την προσοχή μας είναι η αντίδραση των μυροφόρων στα λόγια του Αγγέλου και του ίδιου του Χριστού. Στο κατά Ιωάννην η Μαρία παρουσιάζεται τόσο ανέτοιμη για το γεγονός της Αναστάσεως που δεν μπορεί να το αφομοιώσει και εκλαμβάνει τον Χριστό σαν τον κηπουρό, στο κατά Μάρκον τα λόγια του Αγγέλου έφεραν στις Μυροφόρες τόσο φόβο ώστε «δεν είπαν σε κανέναν τίποτα, επειδή εφοβούντο». Ο Λουκάς γράφει ότι «κατελήφθηκαν από φόβο και έκλιναν τα πρόσωπα στην γη».

Η αφήγηση του Ματθαίου από την άλλη πλευρά παρουσιάζει τις μυροφόρες ήδη προετοιμασμένες για την συνάντηση, αν και ο άγγελος τις καθησυχάζει «Μην φοβάστε εσείς» και «Ελάτε να δείτε τον τόπο όπου έκειτο ο Κύριος». Στο κατά Μάρκον διαβάζουμε για τις άλλες μυροφόρες ότι «δεν είπαν τίποτα σε κανένα γιατί εφοβούντο». Ο Ματθαίος όμως διηγείται για τις δύο Μαρίες ότι «έτρεξαν με φόβο και χαρά μεγάλη για να αναγγείλουν στους μαθητές του» ότι είχε αναστηθεί. Και «ενώ πήγαιναν τις συνάντησε ο Ιησούς». Για την Μαρία την Μαγδαληνή αυτή ήταν η δεύτερη συνάντηση και η άλλη Μαρία που το ήξερε από την Μαγδαληνή τώρα μαθαίνει τα νέα πάλι από τον ίδιο τον Κύριο ενώ είναι ήδη προετοιμασμένη για αυτά. Από που είναι αυτό φανερό;

Η απάντηση σε αυτό είναι η τέταρτη απόδειξη ότι οι δυό γυναίκες πήγαν στον τάφο ήδη ξέροντας για την Ανάσταση. Η ίδια απάντηση θα μας εξηγήσει γιατί ο Κύριος δεν επέτρεψε στην Μαρία την Μαγδαληνή να τον αγγίξει την πρώτη φορά, αλλά λίγο μετά επέτρεψε στις δύο Μαρίες να κρατήσουν τα πόδια του.

Στο Πεντηκοστάριο στην Κυριακή των Μυροφόρων διαβάζουμε στα στιχηρά ότι η Μαγδαληνή «εστάλθη χωρίς να αγγίξει τον Κύριο». (Όπως διηγείται και ο Ιωάννης) Τι σημαίνει αυτό; Η Μαρία, η οποία νωρίτερα θρηνούσε για τον αγαπημένο διδάσκαλο όταν τον είδε στον τάφο, τώρα κατελήφθη από υπερβολική χαρά. Χωρίς να κατανοήσει την θεότητά του ή να σκεφτεί το νόημα της μυστηριώδους Αναστάσεως, ξεχνά και θέλει να τον αγκαλιάσει σαν ένα αγαπημένο της που τον θεωρούσε νεκρό και χαμένο, αλλά τώρα φανερώνεται ζωντανός. Παραδίδεται σε μια ενθουσιώδη χαρά, χωρίς βαθύτερη κατανόηση. Επιπλέον κατί δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί, επειδή ο Κύριος πρέπει να «ανεβεί» στον Πατέρα. Αργότερα ο Κύριος συμπεριφέρεται διαφορετικά στις δυό Μαρίες. Αυτή την φορά οι δύο γυναίκες γνωρίζουν καλά ότι ο Κύριος εμφανίζεται στους πιστούς σαν ο Νικητής του Θανάτου και του Αδη, σαν κάποιος που ανεβαίνει στον Πατέρα στο αιώνιο βασίλειο, και με κάθε εξουσία, στέλνει τους Αποστόλους του να διαδώσουν το νέο του νικηφόρου αγώνα στον κόσμο. Τώρα και οι δύο γυναίκες, όταν τον συναντούν και τον ακούν να τις απευθύνει το «χαίρετε», δεν σκέπτονται πια με κοσμικό τρόπο, αλλά τον ευλαβούνται σαν τον ζώντα Υιό του Θεού. Έτσι και αυτός δεν εμποδίζει την ευλαβή λατρεία τους όταν «κράτησαν τα πόδια του και τον προσκύνησαν» (Μτ, κη, 9).

Μέχρι τώρα είδαμε πολύ καλά την συμφωνία μεταξύ των Ευαγελίων του Ματθαίου και του Ιωάννη, αλλά πως θα εναρμονίσουμε και την αφήγηση των άλλων δύο Ευαγγελιστών; Σε ποιό σημείο θα τοποθετήσουμε την άφιξη της Μαρίας της Μαγδαληνής στο τάφο στην ομάδα των άλλων γυναικών που αναφέρονται από τον Μάρκο και τον Λουκά;

Το κύριο σημείο της απάντησής μας είναι ότι η Μαρία η Μαγδαληνή δεν συνόδεψε τις άλλες γυναίκες στον τάφο του Κυρίου μετά αρωμάτων, αλλά ότι οι άλλες γυναίκες ήρθαν αργότερα από την Μαρία την Μαγδαληνή και ίσως αργότερα και από τις δύο Μαρίες που είδαν τον Κύριο κατά την δεύτερη εμφάνισή του, αλλά δεν ήξεραν ακόμα τίποτα για την ανάσταση. Αυτές οι γυναίκες έφτασαν εντελώς απροετόιμαστες για την αποκάλυψη του γεγονότος της αναστάσεως και δεν υπάρχει λόγος να συμπεράνουμε ότι η Μαρία Μαγδαληνή ήταν μαζί τους, στην πραγματικότητα οι ευαγγελιστές αφήνουν ανοικτή την δυνατότητα για το αντίθετο συμπέρασμα. Και οι δύο άλλοι ευαγγελιστές διαιρούν την διήγηση σε τρία γεγονότα:

1. αγορά αρωμάτων (Μάρκος) και την φύλαξή τους για χρήση αργότερα (Λουκάς)
2. άφιξη στον τάφο και συνομιλία με άγγελο (Μάρκος) ή αγγέλους (Λουκάς)
3. ανακοίνωση στους αποστόλους

Ας αρχίσουμε με το τελευταίο γεγονός. Δεν είναι απαραίτητο να συμπεράνουμε από την αφήγηση του Μάρκου ότι οι γυναίκες δεν πληροφόρησαν ποτέ τους αποστόλους για την εμφάνιση του Αγγέλου. Ο Μάρκος μόνο σημειώνει ότι αυτές δεν το έκαναν αμέσως και ότι οι Απόστολοι έμαθαν τα νέα από την Μαρία την Μαγδαληνή, στην οποία ο Κύριος «φανερώθηκε πρώτα» (Μρ, ις, 9). Βλέπετε ότι ο Μάρκος την ξεχωρίζει από την ομάδα των άλλων μυροφόρων και ακολούθως ξεχωρίζει την πληροφόρηση των Αποστόλων από την μεταφορά των αρωμάτων και των μύρων. Ο Μάρκος δεν αναφέρει την Μαγδαληνή σαν να συμμετείχε στην στην μεταφορά των αρωμάτων στον τάφο, αλλά μόνο για την συμμετοχή της στην αγορά τους (Μρ, ις, 1), η οποία έγινε το εσπέρας του Σαββάτου, μετά την λήξη των απαγορεύσεων του Σαββάτου, δηλαδή μετά την έκτη ώρα. Η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε στον τάφο «ενώ ήταν ακόμα σκοτάδι» (Ιω, κ, 1) και χωρίς τα αρώματα και τα μύρα. Οι άλλες γυναίκες ήρθαν με τα μύρα «στην ανατολή του ήλιου» (Μρ, ις, 2). Ο Κύριος δεν εμφανίστηκε σε όλες αυτές αλλά μόνο στην Μαρία την Μαγδαληνή, η οποία - επομένως - δεν ήταν μαζί με τις άλλες (Μρ, ις, 9). Ο Μάρκος κατονομάζει αυτές που αγόρασαν τα αρώματα και αυτές που παρακολούθησαν την ταφή του Κυρίου, αλλά δεν επαναλαμβάνει τα ονόματα όταν αναφέρεται στην μεταφορά των αρωμάτων στον τάφο. Ο Λουκάς δεν κατονομάζει αυτές που ετοίμασαν τα αρώματα και τα μύρα, ούτε αυτές που τα έφεραν στον τάφο, αλλά υποδεικνύει ότι οι δύο ομάδες δεν ήταν ήταν ταυτόσημες («και κάποιες άλλες μαζί τους» Λκ, κδ, 1). Προφανώς κάποιες από αυτές είχαν προμηθευτεί αρώματα και μύρα ήδη από την Παρασκευή μετά τον θάνατο του Σωτήρος, αλλά παρέμειναν σε αργία το Σάββατο κατά την εντολή (Λκ, κγ, 56), ενώ άλλες αγόρασαν αρώματα μετά την καθορισμένη αργία του Σαββάτου (Μρ, ις, 1). Ο Λουκάς δεν κατονομάζει τις γυναίκες που έφεραν τα αρώματα, αλλά λέει ότι κάποιες «αφού επέστρεψαν από το μνημείο, απήγγειλαν όλα αυτά στους έντεκα και σε όλους τους άλλους. Ήταν η Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι λοιπές μαζί τους, οι οποίες έλεγαν προς τους απστόλους αυτά» (Λκ, κδ, 9-10). Στην πραγματικότητα, όπως ο Ιωάννης και ο Μάρκος μας θυμίζουν, ήταν η Μαγδαληνή Μαρία αυτή που άρχισε την εξάπλωση των χαρούμενων νέων. Εφόσον τα νέα διαδόθηκαν σε όλους του μαθητές επιπλέον των έντεκα, αυτό δεν συνέβη σε μιά στιγμή. Οι γυναίκες έπρεπε να πάνε από σπίτι σε σπίτι, όχι μόνο οι δυό Μαρίες, αλλά και οι λοιπές μυροφόρες επίσης. Η μαρτυρία της Μαγδαληνής σχετίζει τα λόγια του τρίτου Ευαγγελίου (κατά Λουκάν) με το κατά Ιωάννην ότι ο Ιωάννης και ο Πέτρος έτρεξαν στον τάφο. Ο Πέτρος εισήλθε στον τάφο και είδε τα οθόνια.

Έτσι τα τέσσαρα Ευαγγέλια είναι σε τέλεια συμφωνία με αυτή την ακολουθία γεγονότων:

1) Μερικές γυναίκες αγόρασαν αρώματα και μύρα την Παρασκευή πριν το τέλος της μέρας, πριν την δύση του ηλίου (Λουκάς), ενώ άλλες όπως και η Μαρία η Μαγδαληνή αγόρασαν στο τέλος του Σαββάτου μετά την έκτη ώρα (Μάρκος).

2) Η Μαρία η Μαγδαληνή αφήνει τις λοιπές και πηγαίνει μόνη στον τάφο νύκτα πριν ξημερώσει η Κυριακή. Εκεί δεν βρίσκει το σώμα του Κυρίου (Ιωάννης).

3) Η Μαγδαληνή τρέχει και αναγγέλει στον Πέτρο και στον Ιωάννη (Λουκάς, Ιωάννης) και μετά στέκεται μόνη εξω από τον τάφο θρηνώντας, όταν ένας άγγελος εμφανίζεται σε αυτήν, και μετά ο Ιησούς, τον οποίο δεν αναγνωρίζει. Όταν τον αναγνωρίζει ορμά προς αυτόν, αλλά δεν της επιτρέπεται να τον αγγίξει.

4) Υπακούοντας την εντολή του Κυρίου, πηγαίνει και ανακοινώνει τα νέα στους αποστόλους (Ιωάννης, Μάρκος).

5) Χωρίς να γνωρίζουν την επίσκεψη της Μαγδαληνής άλλες ομάδες μυροφόρων επισκέπτονται τον τάφο αργότερα και συναντούν αγγέλους (Μάρκος, Λουκάς) και επιστρέφουν πολύ φοβισμένες στην αρχή για να το ανακοινώσουν (Μάρκος), αλλά αργότερα διαδίδουν τα νέα σε όλους (Λουκάς).

6) Η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, γνωρίζοντας πλέον το νέο της Αναστάσεως πηγαίνουν για να δουν τον τάφο και τα οθόνια, τα οποία ο Πέτρος και ο Ιωάννης είχαν ήδη δει (Λουκάς, Ιωάννης), αλλά όχι η ίδια η Μαγδαληνή. Έρχονται στον τάφο και εισέρχονται όπως τις προτρέπει ο άγγελος (Ματθαίος).

7) Ο άγγελος παραγγέλει σε αυτές να επιβεβαιώσουν το νέο της Αναστάσεως στους μαθητές και να ανακοινώσουν την επικείμενη συνάντηση μαζί του στην Γαλιλαία.

8) Τώρα έχοντας καταλάβει πλήρως τα γεγονότα οι δύο Μαρίες σπεύδουν να αναγγείλουν στους μαθητές πάλι, αλλά συναντούν τον Κύριο και αυτή την φορά τις επιτρέπει να τον αγγίσουν κρατώντας τα πόδια του (Ματθαίος).

9) Μέχρι το τέλος της μέρας, όχι μόνο όλο το σύνολο των μαθητών, αλλά ακόμα και οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς έχουν ακούσει τα νέα. Οι τελευταίοι προσπαθούν να σκεπάσουν τα γεγονότα.


http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/explanatory/maria_magdalene_three_visits.htm

Ευχαριστούμε την σελίδα "Ελληνικά Λειτουργικά Κείμενα" ,  

από την οποία αντλούμε τα υμνογραφικά. Η δουλειά τους είναι σπουδαία και αξίξει θερμά συγχαρητήρια.

Επίσης και όλες τίς άλλες σελίδες και ιστολόγια απ'τις οποίες ερανίζουμε την ποικιλλία των αναστάσιμων θεμάτων και των εικόνων προς δόξαν Αναστάντος Χριστού.

(Εικόνα προμετωπίδας από holytrinitybut.org)

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ' αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ' αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ' αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. ( Αποκ. ΚΑ΄)

Eπίσης γράφω...

  • ΕΥΦΡΑΝΘΗΤΙ, στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα... - *"σε ποιον θα επιβλέψω; Σε ποιόν θα ρίξω βλέμμα συμπαθείας λέει Κύριος ο Θεός ; Σε ποιον άλλον παρά μόνον στον πτωχό και τον ταπεινό και τον περιφρονημέ...
    Πριν από 36 δευτερόλεπτα
  • Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Η ΣΥΝΤΕΚΝΙΣΣΑ - - Γεννήσατε; - Σπαργανίσαμε, συντέκνισσα. Ήτον γυνή απ’ τα βουνά, σύζυγος ποιμένος, του Θοδωρή του Τσολοβίκου, από εκείνας τας αρχαϊ...
    Πριν από 4 ημέρες
  • - Λόγω περιορισμένου χρόνου και αποκλειστικής σχεδόν πλέον ενασχόλησης με το fb, αναστέλλεται η λειτουργία των εξής τριών ιστολογίων: ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ...
    Πριν από 3 χρόνια
  • - Λόγω περιορισμένου χρόνου και αποκλειστικής σχεδόν πλέον ενασχόλησης με το fb, αναστέλλεται η λειτουργία των εξής τριών ιστολογίων: ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ...
    Πριν από 3 χρόνια

Περνούν και διαβάζουν...